Announcement

Collapse
No announcement yet.

Θέματα Ιστορίας

Collapse
X
 
  • Filter
  • Time
  • Show
Clear All
new posts

  • Μαμούθ να σου αντιστρέψω την ερώτηση που κάνεις; Με 400 κ 500 χρόνια σκλαβιάς άμα μιλαγες τουρκικά είσαι Τούρκος; ’μα δείξω όλα τα ελληνικά τοπωνύμια μόνο στην βαλκανική χερσόνησο σημαίνει ότι είναι ελληνικά;
    Εγώ χαίρομαι γιατί με τόσο ανθελληνικό μίσος φτιάχνεις την ψυχοσύνθεση σου...ότι σε κάνει να κοιμάσαι καλύτερα το βράδυ...

    Sent from my Nexus 5X using Tapatalk

    Comment


    • Κανένα ανθελληνικό μίσος ιστορική πραγματικότητα.Τα Ελληνικά ονόματα που μου λες έρχονται από το μακρυνό παρελθόν.Κάποτε ο αποικισμός των Ελλήνων εξαπλώθηκε όχι μόνο στη Βαλκανική,αλλά σε όλη την επικράτεια της Μεσσογείου...Τα Ελληνικά ήταν η κοινή γλώσσα του εμπορίου σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου γιά όλους τους λαούς,γιά πολλές εκατοντάδες χρόνια,πράγμα που διατηρήθηκε και από τις κτήσεις του Αλεξάνδρου.
      11/01/2017

      Comment


      • Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1973 στις 15-6-2017.Μιά απίστευτη ιστορία,που μόνο η ζωή μπορεί να πλάσει....

        Η κόρη του αρχιΝαζί που εκτέλεσε τον δολοφόνο του Τσε Γκεβάρα















        Βολιβιανή ζούγκλα, χωριό Λα Ιγκέρα, πρόποδες ’νδεων, ξημέρωμα 9ης Οκτωβρίου 1967
        Ο συνταγματάρχης του βολιβιανού στρα*τού Ρομπέρτο Κιντανίλια Περέιρα είχε κάθε λόγο να πετάει στα σύννεφα από χαρά. Ίσιωσε με τον δείκτη και τον αντίχειρά του το λεπτό, φροντισμένο μαύρο μουστάκι του και προέταξε το σαγόνι του, ώστε να μη φαίνεται το προ*γούλι του. Στη συνέχεια πλησίασε τον λιγομίλητο άνδρα με τα πολιτικά ρούχα, τον οποίο φώναζε Φέλιξ Ροντρίγκες και που γνώριζε ότι ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της CIA. Με στόμ*φο του ανακοίνωσε: «Σενιόρ, μέσα στο σχολείο βρίσκεται αιχμάλωτος, έπειτα από καταδίωξη και μάχη με τις δυνάμεις μας, ο νούμερο ένα ε*πικίνδυνος εχθρός των χωρών μας. Ακολουθή*στε με, παρακαλώ».

        Οι δυο άνδρες πέρασαν από την πόρτα του σχολείου, το οποίο είχε μεταβληθεί σε φρού*ριο. Φαντάροι με τα όπλα στο χέρι φυλούσαν σκοπιά και άλλοι είχαν ζώσει τον εξωτερικό χώρο και περιπολούσαν. Καταμεσής μιας αί*θουσας που είχε αδειάσει από τα θρανία και υπήρχε μόνο ο μαυροπίνακας και ένας Εσταυ*ρωμένος στον τοίχο, καθόταν ήρεμος, σχεδόν χαμογελαστός ένας μαυρομάλλης άνδρας. Το αριστερό του πόδι τον πονούσε φριχτά και το αίμα από τη σφαίρα που τον είχε τραυματίσει, είχε καταβρέξει το σκούρο χακί, στρατιωτικό του παντελόνι. Η έκφρασή του όμως συνέχιζε να είναι γαλήνια.
        Ο φαντάρος στην πόρτα της αίθουσας έκανε στην άκρη και ο Κιντανίλια μαζί με τον Ροντρί*γκες μπήκαν μέσα. Οι υπόλοιποι στρατιώτες που βρίσκονταν στην αίθουσα εξαφανίστηκαν σε ελάχιστα δευτερόλεπτα αφήνοντας μόνους τους τρεις άνδρες. «Σενιόρ» είπε ο συνταγμα*τάρχης «σας παρουσιάζω τον αιχμάλωτο. Χάρη στην αμέριστη βοήθειά σας ο ταραξίας Ερνέστο Τσε Γκεβάρα βρίσκεται στα χέρια μας. Τον συλλάβαμε προχθές στην περιοχή της χαρά*δρας του ξεροπόταμου Quebrada del Churo».
        Ο Ροντρίγκες δεν πίστευε στα μάτια του. Είχε μπροστά του τον άνδρα που είχε ξεφτιλίσει τις ΗΠΑ στην Κούβα λίγα χρόνια πριν. Είχε μπρο*στά του τον γιατρό από την Αργεντινή που το ό*νομά του και μόνο έκανε τους νέους σε όλο τον κόσμο να βράζει το αίμα τους και δημιουργού*σε πρόβλημα σε ολόκληρη τη δυτική κοινωνία, και προπαντός στα συμφέροντα των ΗΠΑ. Είχε μπροστά του έναν επικίνδυνο άνδρα. «Εύγε, συνταγματάρχα» αρκέστηκε να πει ο Ροντρίγκες και βγήκε από την αίθουσα. Αμέσως, με ένα ε*λικόπτερο που τον περίμενε με αναμμένες τις μηχανές στο προαύλιο του σχολείου, απογει*ώθηκε για το Βαλεγκράντε για να ενημερώσει τους ανωτέρους του στις ΗΠΑ.

        Ο Κιντανίλια ξαναμπήκε μέσα στο σχολείο. Πήγε στη γεμάτη από στρατιώτες αίθουσα και άρχισε να κοροϊδεύει τον Τσε: «Ήταν θέμα ω*ρών να πέσεις στα χέρια μας. Είσαι ένα κατακά*θι που του πρέπει ο θάνατος, σιχαμένε» πρό*λαβε να πει και, πριν κάποιος από τους φαντά*ρους καταλάβει τι συμβαίνει, ο αιχμάλωτος, που δεν ήταν δεμένος, σηκώθηκε αστραπιαία από την καρέκλα και άστραψε ένα χαστούκι στον θρασύδειλο συνταγματάρχη. Ύστερα ξανακάθισε ήρεμα.
        Ο Κιντανίλια βγήκε κατακόκκινος και ντρο*πιασμένος από την αίθουσα. Πήγε στο γρα*φείο του διευθυντή του σχολείου όπου είχε εγκαταστήσει το «αρχηγείο» του και ύστερα από μια σύντομη σύσκεψη με τους αξιωματι*κούς Οβάλντο, Μιγκέλ Αγιορόα και Αντρές Σελντίσες, αποφάσισαν την εκτέλεση του αιχ*μαλώτου. Ο συνταγματάρχης ενημέρωσε τον δικτάτορα της χώρας και προϊστάμενό του, στρατηγό Ρενέ Μπαριέντος, ο οποίος συμφώ*νησε αμέσως και άναψε το «πράσινο φως».

        «Φωνάξτε μου τον λοχία Μάριο Τεράν» πρόσταξε ο συνταγματάρχης στον φαντάρο έξω α*πό το γραφείο του και σε λίγα λεπτά ένας άν*δρας που η ανάσα του βρομούσε αλκοόλ προ*σπαθούσε να σταθεί προσοχή μπροστά του. «Τεράν, η πατρίδα σού αναθέτει ένα ύψιστο κα*θήκον. Θα την απαλλάξεις από έναν βρομιάρη κομμουνιστή που θέλει να σας πάρει τα σπίτια και να σας πετάξει στους δρόμους. Είναι στην αίθουσα του πρώτου ορόφου, ξέρεις τι πρέπει να κάνεις» είπε ο συνταγματάρχης και ο Τεράν, σαν να βρισκόταν ξαφνικά σε πλήρη διαύγεια, χαιρέτισε και εξαφανίστηκε με σταθερό βήμα.

        Ο συνταγματάρχης κάθισε αναπαυτικά στην καρέκλα του, άναψε ένα τσιγάρο και χαμογέ*λασε. Από τον πρώτο όροφο ακούστηκε μια δυνατή φωνή: «Ήρθατε να με σκοτώσετε. Ρίξε, δειλέ, έναν άντρα θα σκοτώσεις». Μια ριπή α*πό πολυβόλο έκανε τη φωνή να σωπάσει. Στη συνέχεια δυο μεμονωμένοι πυροβολισμοί. Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα είχε δολοφονηθεί με 9 σφαίρες. Γαζώθηκε από το στέρνο μέχρι την κοιλιά, ενώ δυο σφαίρες στον κρόταφο και τον αυχένα τον αποτελείωσαν. Το ρολόι στο γραφείο του διευθυντή έδειχνε μία ώρα μετά το μεσημέρι...
        Βερολίνο, 28 Δεκεμβρίου 1939
        Το κουδούνι του εντυπωσιακού σπιτιού στην οδό Σαρλοτμπούρκερ 17 χτύπησε αρκετές φο*ρές. Το χιόνι και το τσουχτερό κρύο έξω έκαναν τον επισκέπτη να μην αντέχει να περιμένει για πολλή ώρα στον χιονιά. Το οίκημα φιλοξενούσε δυο εξέχοντα στελέχη του ναζιστικού κόμμα*τος. Την προσωπική σκηνοθέτιδα και φωτογρά*φο του ίδιου του Αδόλφου Χίτλερ, την 'Ελενα Μπέρτα Αμάλιε «Λένι» Ρίφενσταλ, και το δεξί της χέρι, τον κινηματογραφιστή Χανς Ερτλ.
        Η πόρτα άνοιξε και ο λοχαγός με τη στολή των Υπηρεσιών Ασφαλείας (SD) των Ες-Ες μπή*κε και τίναξε το χιόνι από το παλτό του. Μια παι*δική φωνούλα από ένα κοριτσάκι τριών χρόνων που έτρεχε και κατέβαινε τα σκαλοπάτια της πολυτελούς κατοικίας, έκανε τον λοχαγό να α*φήσει τα δώρα στο πάτωμα, να σκύψει και να πάρει στην αγκαλιά του το παιδάκι.

        «Θείε Κλάους, ήρθες. Πόσο μου έλειψες, α*γαπημένε μου θειούλη» του είπε και τον γέμισε φιλιά. «Βρε, κάθισε να σε δω, πόσο μεγάλωσες εσύ» είπε ο Γερμανός αξιωματικός. «'Εγινες ο*λόκληρη γυναίκα από την τελευταία φορά που σε είδα στο Μόναχο. Πάρε αυτό, είναι για σένα» και στο χέρι του εμφανίσθηκε διά μαγείας μια παιδική κούκλα τυλιγμένη σε πολυτελές αμπαλάζ. «Πάμε επάνω, ο μπαμπάς και η μαμά σε περιμένουν. Το φαγητό έχει σερβιριστεί και πει*νάω πολύ» είπε το κοριτσάκι με μια αθωότητα και τράβηξε τον άνδρα από το χέρι.
        Εκείνο το βράδυ η μικρή Μόνικα Ερτλ, κόρη του Χανς και της Λένι, μόλις τελείωσε το φαγη*τό της, παρακάλεσε τη μητέρα της να μην πάει αμέσως για ύπνο. Βολεύτηκε στα μπράτσα της πολυθρόνας όπου καθόταν ο «θείος Κλάους» και απολάμβανε το μπράντι του ενώ συζητούσε με τους γονείς της, δίπλα στο αναμμένο τζάκι. Το τι έλεγαν οι μεγάλοι, η μικρή Μόνικα δεν το καταλάβαινε και ούτε και την ένοιαζε. ’κουγε σποραδικά λέξεις όπως «φύρερ», «Γερμανία», «Πολωνία», «Εβραίοι», μέχρι που παραδόθηκε στην αγκαλιά του Μορφέα ευτυχισμένη...

        Αργότερα η μητέρα της την πήγε στο κρεβάτι της και καθώς επέστρεφε στο σαλόνι ο Χανς και ο Κλάους γελούσαν: «Κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί στους στρατιώτες μας, Χανς. Και αυτό το ξέρουν και οι ’γγλοι και οι Γάλλοι και οι Ρώσοι. Σε λίγο καιρό θα πίνουμε τον καφέ μας κάτω α*πό τον Πύργο του ’ιφελ, αγαπητέ μου...».

        Λίγους μήνες μετά, όταν ο πόλεμος είχε ξε*σπάσει για τα καλά σε κάθε γωνιά της Ευρώπης, ο «θείος Κλάους» τηλεγράφησε στην οικογένεια Ερτλ: «Αγαπημένοι μου φίλοι, πιστός στο όραμα του Φύρερ μας, ακολουθώ τα νικηφόρα στρατεύματά μας. Χανς, η υπόσχεση για τον καφέ κάτω από τον Πύργο του ’ιφελ ισχύει ακόμη. Εξάλλου δεν βρίσκομαι μακριά από εκεί. Μετατέ*θηκα στη Λυών. Με εκτίμηση, Κλάους Μπάρ*μπι».
        1η Απριλίου 1971, Γενικό Προξενείο Βολιβίας, οδός Αμ ΚαίεεΜαί ι, Αμβούργο
        Ο γενικός πρόξενος της Βολιβίας στη Γερμα*νία καθόταν στο μεγάλο γραφείο του και έπινε τον καφέ φίλτρου που μόλις του είχε φέρει η γραμματέας του. «Ηλίθιοι Γερμανοί, δεν ξέρουν να πίνουν καφέ» σκέφτηκε, έκανε μια γκριμάτσα αηδίας και έσκυψε στα χαρτιά του. Ήταν ευχαριστημένος από τη ζωή του. Είχε έναν καλό μισθό και μια εξαιρετική θέση με κύρος. Όμως κάτι του έτρωγε τα σωθικά. Ένας αόριστος φό*βος για εκδίκηση από τα όσα είχε κάνει ως αξιω*ματικός του στρατού στη χώρα του. Όχι, οι βασανισμοί και οι δολοφονίες που είχε διαπράξει δεν τον τρόμαζαν. Η εκδίκηση όμως από κάποιο θύμα του ή συγγενή θύματός του τού έσφιγγε το στομάχι.

        Η πόρτα χτύπησε και η γραμματέας του τού ανακοίνωσε πως μια Γερμανίδα θέλει να τον δει για να ρυθμίσει τη βίζα της. Σκόπευε να επισκεφθεί τη Βολιβία. «Πες της να περάσει» είπε. Ό*ταν την είδε, το σαγόνι του κρέμασε. Ίσιωσε με τον δείκτη και τον αντίχειρά του, το λεπτό, φρο*ντισμένο μαύρο μουστάκι του και προέταξε το σαγόνι του ώστε να μη φαίνεται το προγούλι του. «Καθίστε, σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» τη ρώτησε, χωρίς να πάρει τα μάτια του α*πό το λευκό πουκάμισο της γυναίκας, που είχε ανοίξει τα πάνω κουμπιά και διαγραφόταν ένα εντυπωσιακότατο μπούστο. Ήταν ξανθιά, με έ*να υπέροχο πρόσωπο και ένα εκπληκτικό κορμί.

        Ο πρόξενος ξεροκατάπιε, σήκωσε το δάχτυ*λό του πριν η γυναίκα μιλήσει και από την ενδο*συνεννόηση είπε στη γραμματέα του να φέρει άλλον έναν καφέ. «Λοιπόν, δεσποινίς...». «Ερτλ, Μόνικα Ερτλ» του απάντησε η γυναίκα και συ*νέχισε: «Ενδιαφέρομαι να επισκεφτώ τη Βολιβία για ένα ντοκιμαντέρ. Ξέρετε, είχα μείνει εκεί με τον πατέρα μου μετά τον πόλεμο. Μεταναστεύ*σαμε εκεί για κάποια χρόνια μέχρι να ηρεμήσει η κατάσταση. Δικαστήρια πολέμου, Αμερικάνοι, Ρώσοι, Αντιλαμβάνεστε».
        «Πώς, πώς» είπε ο πρόξενος και από μέσα του αναρωτήθηκε ποιος να ήταν ο πατέρας της. «Λοι*πόν, κυρία Ερτλ, μπορώ να σας εξυπηρετήσω ε*γώ για το θέμα της βίζας. Ορίστε η κάρτα μου. Έχει και το προσωπικό μου τηλέφωνο επάνω εάν τυχόν θελήσετε να πάμε για κανέναν καφέ και να με ξεναγήσετε στο Αμβούργο, που ακόμη το α*νακαλύπτω».

        Η γυναίκα πήρε την κάρτα και διάβασε: Ρομπέρτο Κιντανίλια Περέιρα, γενικός πρόξενος Βολιβίας. Επιτέλους, τον είχε εντοπίσει. Μπρο*στά της είχε τον δολοφόνο του άνδρα που θαύ*μαζε και λάτρεψε περισσότερο από κάθε τι στη ζωή της. Εξάλλου τον είχε δει σε τόσες φωτογρα*φίες επάνω από το νεκροκρέβατο, δίπλα στον νε*κρό Τσε, να φουσκώνει σαν φασιανός για το «αν*δραγάθημά» του. Ήταν ο άνθρωπος που έκοψε τα δυο χέρια του γιατρού από την Αργεντινή και τα φύλαξε σε φορμόλη. Ναι, αυτός ήταν.

        Από το μυαλό της πέρασε με ταχύτητα η Βο*λιβία. Τότε που έφυγε για εκεί από τη Γερμανία με τον πατέρα της, τότε που έμαθε για τον Τσε, τότε που η ζωή της άλλαξε και τα παράτησε όλα και βγήκε στο βουνό με το ψευδώνυμο «Ίμιλα η Ινδιάνα». Ευαίσθητη και ανήσυχη, υπέφερε για όλα όσα η οικογένειά της αδιαφορούσε: τις κοινωνικές ανισότητες, την αδικία, τους φτωχούς αγρότες και εργάτες, τους καταπιεσμένους Ινδι*άνους. Έγινε αντάρτισσα, πέρασε στην παρανο*μία και έβαλε έναν στόχο στη ζωή της. Να βρει τον δολοφόνο του Τσε.

        Με σταθερό χέρι έβγαλε από την τσάντα της ένα μικρό θηρίο. Ένα colt cobra 38 special, που είχε προμηθευτεί από τη Ζυρίχη, από τον ακτιβιστή εκδότη Τζιάκομο Φελτρινέλι. Σημάδεψε τον πρόξενο, ο οποίος είχε χάσει το χρώμα του και έτρεμε. Το προγούλι του κουνιόταν ακανό*νιστα. «Vitoria o muerte, σενιόρ» του είπε και τον πυροβόλησε τρεις φορές.

        Στο στήθος του πρώην συνταγματάρχη σχηματίστηκε ένα V α*πό τρεις μαύρες τρύπες που είχαν αρχίσει ήδη να ματώνουν. Η Μόνικα πήγε επάνω από το ά*ψυχο κορμί, έβγαλε την ξανθιά περούκα της και την άφησε στο γραφείο. «Φασίστα» μονολόγη*σε και εξαφανίστηκε.
        Λα Παζ διοικητική πρωτεύουσα Βολιβίας, Νοέμβριος 1973
        «Είσαι τρελή; Κυκλοφορείς έτσι έξω σαν να μη συμβαίνει τίποτε; Θα σε συλλάβουν πριν το καταλάβεις. Είσαι η νούμερο ένα επικηρυγμένη γυναίκα στη χώρα. 20.000 δολάρια δίνουν έστω για μια πληροφορία για το άτομό σου κι εσύ κυκλοφορείς έτσι και μου χτυπάς την πόρ*τα; Πέρασε μέσα». Ο Γάλλος Ρεζίς Ντεμπρέ, προσωπικός φίλος του Τσε, μόνιμος κάτοικος Βολιβίας, άνοιξε γρήγορα την πόρτα και, μόλις η γυναίκα πέρασε, κοίταξε δεξιά - αριστερά να βεβαιωθεί ότι δεν τους είχε δει κάποιο μάτι, την έκλεισε και κλείδωσε.
        Ο Ρεζίς αγκάλιασε τρυφερά τη Μόνικα. Είχαν χαθεί για χρόνια. Εκείνη ήταν πλέον καταζητού*μενη για τη δολοφονία του Ρομπέρτο Κιντανίλια Περέιρα, εκείνος ένας Γάλλος διανοούμενος που βοηθούσε τους Ινδιάνους.

        Ύστερα από ώρα και αφού αντάλλαξαν τα νέα τους, ο Ρεζίς σοβάρεψε: «Μόνικα... Βρίσκε*ται εδώ». Η γυναίκα τον κοίταξε αιφνιδιασμένη: «Ποιος είναι εδώ;». Ο Ρεζίς, χωρίς περιστροφές, απάντησε: «Ο άνθρωπος που ψάχνει χρόνια τώ*ρα ολόκληρη η Γαλλία. Ο χασάπης της Λυών. Ο Κλάους Μπάρμπι. Είναι σύμβουλος των μυ*στικών υπηρεσιών της Βολιβίας με το όνομα Κλάους ’λτμαν. Αντιλαμβάνεσαι τι σημαίνει αυτό;». Η γυναίκα πάγωσε. Το μυαλό της γύρισε πολλά χρόνια πίσω, στο μεγάλο σπίτι με το τζάκι στο Βερολίνο λίγο πριν από τον πόλεμο, όταν ή*ταν μικρό κοριτσάκι. «Ο θείος Κλάους» ψέλλισε «ο φίλος του μπαμπά...».

        Ο Ρεζίς και η Μόνικα τους επόμενους μήνες παρακολουθούσαν μέρα - νύχτα τον «χασάπη της Λυών». Ήθελαν να τον απαγάγουν στα πρό*τυπα του ’ιχμαν και να τον στείλουν στη Γαλλία να δικαστεί για εγκλήματα πολέμου. Δεν τα κατάφεραν. Κάποιος από την ομάδα τούς πρόδωσε. Ο Κλάους Μπάρμπι είχε παντού ανθρώπους. Στις 12 Μαΐου του 1973 οι μυστικές υπηρεσίες και ειδικές δυνάμεις του στρατού, υπό την καθο*δήγηση του «θείου Κλάους», της έστησαν ενέδρα και την εκτέλεσαν εν ψυχρώ. Ήταν 36 ετών.
        Η κατάρα
        Μια κατάρα θανάτου «κυνήγησε» τους υπό*λοιπους δολοφόνους του Τσε Γκεβάρα:
        ♦Ο δικτάτορας της Βολιβίας, στρατηγός Ρενέ Μπαριέντος, κάηκε ζωντανός μέσα στο ελικό*πτερό του, το οποίο κατέπεσε στις 29 Απριλίου του 1969, κοντά στον οικισμό της ’ρκε.
        ♦Ο Μιγκέλ Αγιορόα, μία μέρα μετά την τρίτη επέτειο του θανάτου του Τσε, σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα.
        ♦Ο Φέλιξ Ροντρίγκες, ο επικεφαλής του κλι*μακίου της CIA, μόλις επέστρεψε στις ΗΠΑ, άρ*χισε να υποφέρει από κρίσεις άσθματος, που τον ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα στα βαθιά γερά*ματά του. Κανείς γιατρός δεν μπόρεσε ποτέ να εντοπίσει την αιτία.
        ♦Ο Κλάους Μπάρμπι εκδόθηκε το 1983 στη Γαλλία. Δικάστηκε τέσσερα χρόνια αργότερα στη Λυών. Ο «θείος Κλάους» αντιμετώπισε συ*νολικά 41 κατηγορίες για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Καταδικάστηκε σε ισόβια κά*θειρξη. Πέθανε φυλακισμένος στις 25 Σεπτεμ*βρίου 1991 από λευχαιμία.
        ♦Ο λοχίας Μάριο Τεράν παραιτήθηκε από τον στρατό λίγους μήνες μετά την εκτέλεση του Τσε. Ύστερα από λίγο καιρό ο κόσμος τον έβλε*πε να περιφέρεται ρακένδυτος και αλκοολικός στους δρόμους της Κοτσαμπάμπα, του τόπου καταγωγής του. Νοσηλεύτηκε πολλές φορές σε ψυχιατρείο. Τα βράδια ξυπνούσε κάθιδρος, έκλαιγε και φώναζε το όνομα του ανθρώπου που εκτέλεσε. Το 2006, σχεδόν τυφλός από καταρ*ράκτη και πάμπτωχος, αφέθηκε στα χέρια Κου*βανών εθελοντών γιατρών που τον εγχείρησαν και ξαναβρήκε την όρασή του...
        Επίλογος

        Το νεκρό κορμί της Μόνικα Ερτλ φωτογραφήθηκε από τους εκτελεστές της διάτρητο α*πό σφαίρες. Αργότερα το πέταξαν άταφο κάπου στη ζούγκλα. Σήμερα στο γερμανικό κοιμητή*ριο της Λα Παζ μπορεί κάποιος να διαβάσει το όνομά της σε μια ταφόπλακα. Το μνήμα της εί*ναι άδειο.
        Και κάποια ακόμη στοιχεία γιά τη ζωή της Μόνικα Ερλτ...





        Το πρωινό εκείνο, της 13ης Μαΐου 1973, οι εφημερίδες της Λα Παζ στην Βολιβία, είχανε στο εξώφυλλό τους, τη φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας.
        Η λεζάντα έγραφε: Επιτέλους σκοτώθηκε η Μonica Ertl. Πυροβολήθηκε σε ενέδρα, που της έστησαν οι μυστικές δυνάμεις της χώρας.
        Στα γραφεία της στρατιωτικής ασφάλειας της Βολιβία, ο επικεφαλής των ερευνών, έβαλε την υπογραφή του πάνω σε μια σφραγίδα κι έκλεισε για πάντα τον φάκελο της καταζητούμενης. Το πλέον μισητό πρόσωπο της βολιβιανής κυβέρνησης, τελείωσε εκείνη την μέρα…
        Μα ποια ήταν η Monica Ertl;

        Η πανέμορφη Γερμανίδα, είναι μια τρυφερή ανάμνηση, μόνο για λίγους.
        Η ζωή της ήταν μια γερή γροθιά, στα ήθη και στα λόγια, όλων εκείνων, που σήμερα έχουν συμβιβαστεί με τον πολιτικό- οικονομικό συντηρητισμό. Που σήμερα, απόμειναν για να διασύρουν με τις τυχάρπαστες πράξεις τους, το επαναστατικό πνεύμα, που άνθισε σε μια άλλη, πιο ρομαντική εποχή.
        Η Monica Ertl, ήταν κόρη της αγαπημένης φωτογράφου του Χίτλερ Leni Riefenstahl και του κινηματογραφιστή συνεργάτη της, Hans Ertl.
        O πατέρας της, για να γλιτώσει τις διώξεις μετά τον πόλεμο, αφού κατηγορείτο ότι ήταν διακεκριμένο μέλος της χιτλερικής προπαγάνδας, κατέφυγε με πολλούς άλλους ναζιστές, στην Βολιβία. Η κόρη του Monica, εγκατέλειψε την μητέρα της και πήγε να τον συναντήσει, το 1953. Μεγάλωσε μέσα στη χλιδή, αφού ο πατέρας της, αμείβονταν πλουσιοπάροχα, γιατί πρόσφερε τις υπηρεσίες του, στο αυταρχικό καθεστώς της Λα Παζ.
        Το 1967 η Monica παντρεύτηκε ένα πολύ πλούσιο Βολιβιανό- Γερμανό εμιγκρέ. Η 28χρονη καλλονή νύφη, μάγεψε με τη λάμψη της, τα περιοδικά και τις εφημερίδες της καλής κοινωνίας. Ότι υλικά αγαθά θα ζήλευε μια κοπέλα, αυτή τα είχε μπρος στα πόδια της. Μόνο ένα της έλειπε. Ο φλογερός έρωτας. Όπως αυτός που φανερώνεται στα λατινοαμερικάνικα σίριαλ. Γιατί μπορεί να είχε γεννηθεί στο Μόναχο (το 1937), αλλά το αίμα της «έβραζε» για «latin πάθος».
        Αυτό λοιπόν που ονειρεύονταν, δεν ήταν ένας ωραίος άνδρας, από κάποια ρομαντική σελίδα ενός νερόβραστου βιβλίου. Η ζωή, της έπαιξε ένα τρελό παιγνίδι… Ήταν η τυχαία συνάντησή της, μ’ ένα απόκομμα εφημερίδας. Το περιεχόμενο προκλητικό. «Στις ζούγκλες της Αμαζονίας, οι δυνάμεις ασφαλείας της Βολιβίας, εξόντωσαν τους κουβανούς τρομοκράτες, του περιβόητου Guevara. Ο Che, είναι επί τέλους νεκρός»!
        Αυτή η μοιραία της περιέργεια, την έστειλε στο δρόμο των επαναστατών. Πέταξε μια δικαιολογία στις υπηρέτριές κι έφυγε για πάντα από το αρχοντικό της. Απαρνήθηκε την καλοβολεμένη ζωή της. Μετά από λίγες μέρες, το 1969, ήταν ερωτευμένη με τον αρχηγό των βολιβιανών επαναστατών Inti Perendo. Αυτός, που αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα των guerrillieros, ενάντια στις στρατιωτικές δυνάμεις της Βολιβίας και της CIA.
        Ο έρωτας της Monica και του Inti στα βουνά, κράτησε λίγο. Οι χαρές τους ήταν μετρημένες, αλλά πολύ έντονες. Η επανάσταση, όμως τους κράτησε το πάθος, για πάντα. Ο Inti συνελήφθη και δολοφονήθηκε από τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Βολιβίας, Roberto Pereira. Η Monica, ορκίστηκε εκδίκηση.
        Το βολιβιανό κράτος για να γλιτώσει τον Pereira (που είχε δολοφονήσει και τον Che), από τυχόν εκδίκηση των επαναστατών, τον έστειλαν πρόξενο στο Αμβούργο. Η 34χρονη Monica, πήγε εκεί το 1971 και τον συνάντησε. Προφασίστηκε την Γερμανίδα, που θέλει να πάει στην Βολιβία και ζήτησε βίζα. Όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του προξένου, μ’ ένα πιστόλι, που της το είχε δώσει ο περίφημος εκδότης Giangiacomo Feltrinelli (δολοφονήθηκε κι αυτός αργότερα), πυροβόλησε τον Roberto Quintanilla Pereira, τρεις φορές. Οι θανατηφόρες πληγές στο στήθος και στην κοιλιά ήταν στο σχήμα “V”. Πέταξε ένα σημείωμα και την κοπάνισε. «Vitoria o muerte» (νίκη ή θάνατος). Το σήμα των επαναστατών του λατινοαμερικάνικου αντάρτικου.
        Στη συνέχεια η Monica Ertl, μετά από πολλές περιπέτειες από την καταδίωξή της, συνάντησε τον Regis Debray (τον Γάλλο κοινωνιολόγο, φίλο του Che κι αργότερα σύμβουλο του προέδρου Μitterrand). Αποφάσισαν ν’ απαγάγουν τον επονομαζόμενο «χασάπη» της Λυών, τον αξιωματικό της Γκεστάπο Klaus Barbie, που κρύβονταν στην Βολιβία.
        Ο Debray, που είχε απελευθερωθεί μετά την ομηρία του (συμμετείχε με την αντάρτικη ομάδα του Guevara), προσπάθησε να την αποτρέψει. Αυτή όμως πείσμωσε κι έστησε ενέδρα, για να δολοφονήσει τον μισητό ναζιστή συμπατριώτη της. Όμως το σχέδιό της είχε προδοθεί. Είχαν προλάβει oι μυστικές υπηρεσίες της Βολιβίας να δράσουν.
        Οι δολοφονικές σφαίρες, σταμάτησαν τη ζωή της. Ήταν μόλις 36 χρονών. Από τότε, πέρασαν χρόνια δίσεκτα. Η ιστορία της Monica Ertl ξεχάστηκε.

        Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Γερμανία το χρονικό-βιβλίο του δημοσιογράφου Juergens Schreiber: «Πέθανε σαν τον Che Guevara. Η ιστορία της Μonica Ertl».
        Last edited by Μαμούθ; 25/06/2017, 06:12 AM.
        11/01/2017

        Comment


        • Η ιστορια έχει γραφτεί κ ανήκει στην ιστορια
          Η ζωή συνεχίζεται , είναι πεπερασμενη κ μικρη
          Οι λαοί προοδεύουν, είτε "καθαροί" ειτε "βρωμιαρηδες" , οταν ο λαός προοδεύει
          Τα τειχη πέφτουν
          Ο κομμουνισμός πέθανε κ έχουν μεινει μερικοί να χάνουν τον πολύτιμο πεπερασμένο κ μικρό χρόνο τους να του κρατάνε το χέρι... τι να πεις , ο καθένας με τα φαντάσματα του .
          carpe diem - αδραξε την ημερα

          If I have seen further it is by standing on the shoulders of giants

          Comment


          • Εγω πχ ειδα οτι μπήκαν στο σπίτι κλέφτες κ σηκώθηκα ιδρωμένος κ χεσμενος . Αντε να κοιμηθώ τωρα κ εχω ξυπνητήρι για χειρουργείο σε 1 ώρα . ’ρα καφές κ Κσλημερα .
            Να το δικο μου φάντασμα της Δευτέρας ...
            carpe diem - αδραξε την ημερα

            If I have seen further it is by standing on the shoulders of giants

            Comment


            • Originally posted by swter View Post
              Εγω πχ ειδα οτι μπήκαν στο σπίτι κλέφτες κ σηκώθηκα ιδρωμένος κ χεσμενος . Αντε να κοιμηθώ τωρα κ εχω ξυπνητήρι για χειρουργείο σε 1 ώρα . ’ρα καφές κ Κσλημερα .
              Να το δικο μου φάντασμα της Δευτέρας ...
              Έλα ρε φίλε! Φαντάζομαι σοκ!
              ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΞΑΚΟΥΣΤΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΕΔΙΩΞΕΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ...
              ΠΑΛΙ ΔΙΩΞΙΜΟ ΘΕΛΟΥΝΕ

              Comment


              • Originally posted by swter View Post
                Εγω πχ ειδα οτι μπήκαν στο σπίτι κλέφτες κ σηκώθηκα ιδρωμένος κ χεσμενος . Αντε να κοιμηθώ τωρα κ εχω ξυπνητήρι για χειρουργείο σε 1 ώρα . ’ρα καφές κ Κσλημερα .
                Να το δικο μου φάντασμα της Δευτέρας ...
                Περαστικά ρε Σωτήρη το έχω πάθει, (χωρίς να είμαι μέσα), ήρθα και βρήκα το σπιτι λεηλατημένο το βράδυ μέχρι και ρούχα και παπλώματα απ τα κρεβάτια μου είχαν πάρει. Και βέβαια ό,τι φορητό ηλεκτρικό-ηλεκτρονικό υπήρχε.

                Πάντως τώρα με την πρώτη φορά αριστερά τώρα κατάλαβα ότι δεν ήταν ούτε στη δική σου ούτε στη δική μου περίπτωση κλέφτες ούτε ληστές.

                Ήταν κοινωνικά περιθωριοποιημένα άτομα θύματα της ανάλγητης πολιτικής των κυβερήσεων 40 ετών πασοκο-ΝΔ και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με αστυνομική καταστολή και βία αλλά με συλλογική κοινωνική προσπάθεια και ρωμαλέο κίνημα πολιτών.

                Comment


                • Originally posted by yakutia View Post
                  Περαστικά ρε Σωτήρη το έχω πάθει, (χωρίς να είμαι μέσα), ήρθα και βρήκα το σπιτι λεηλατημένο το βράδυ μέχρι και ρούχα και παπλώματα απ τα κρεβάτια μου είχαν πάρει. Και βέβαια ό,τι φορητό ηλεκτρικό-ηλεκτρονικό υπήρχε.

                  Πάντως τώρα με την πρώτη φορά αριστερά τώρα κατάλαβα ότι δεν ήταν ούτε στη δική σου ούτε στη δική μου περίπτωση κλέφτες ούτε ληστές.

                  Ήταν κοινωνικά περιθωριοποιημένα άτομα θύματα της ανάλγητης πολιτικής των κυβερήσεων 40 ετών πασοκο-ΝΔ και δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο με αστυνομική καταστολή και βία αλλά με συλλογική κοινωνική προσπάθεια και ρωμαλέο κίνημα πολιτών.
                  Κ. Yakutia , δεν θέλω να σας τρομάξω, αλλά φοβάμαι ότι κολλήσατε syriziosis gavroglux. Χαχαχα

                  Comment


                  • Σαν σήμερα 26.6.1963

                    Σαν σήμερα, 26 Ιουνίου 1963 ο λόγος του JFK στο Βερολίνο όπου είπε την ιστορική φράση "Ich bin Ein Berliner". ("είμαι ένας Βερολινέζος").

                    Μόλις 22 μήνες μετά το χτίσιμο του τείχους του Βερολίνου, ο ηγέτης της υπερδύναμης του ελεύθερου κόσμου, δηλώνει τη στήριξή του στη Δ. Γερμανία απέναντι στις προκλήσεις της σοβιετόδουλης Ανατολικής Γερμανίας. Και σφίγγουν τα οπίσθια των κομμουνιστών.

                    Η ιστορική φράση στο τέλος του video




                    Comment


                    • Ωραίο!!!

                      Comment


                      • Πολύ καλό!

                        Comment



                        • Εδώ που μιλάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι το χωριό Καρποχώρι.Μιά ιστορία του χωριού αυτού και της ευρύτερης περιοχής,τα χρόνια της κατοχής.
                          Καρποχώρι «Γκέρμπεσι» Καρδίτσας: Το κάψιμο του Γερμανικού αεροπλάνου και τα αντίποινα των Γερμανών – Γράφει ο Π. Κουρτεσιώτης


                          Ένα γερμανικό αεροπλάνο την 1/7/1943 τις πρωινές ώρες, προσγειώθηκε στο χωριό Γελάνθη Καρδίτσας(γνωστό φασιστοχώρι). Πήγαν οι παράγοντες του χωριού και είπαν στους Γερμανούς πιλότους ότι εδώ έχουμε πολλούς αντάρτες, «Παρτιζάνους», γι’ αυτό πρέπει να φύγετε, διότι κινδυνεύετε. Απογείωσαν το αεροπλάνο οι Γερμανοί πιλότοι και στις 10.30 το πρωί της ίδιας μέρας βρέθηκαν στο Καρποχώρι. Έκαναν μερικούς γύρους πάνω απ’ το χωριό και στη συνέχεια προσγειώθηκαν στο βορειο*δυτικό σημείο του χωριού και σε απόσταση 400 μέτρων περίπου απ’ αυτό.

                          Οι κάτοικοι, σχεδόν όλοι όσοι βρίσκονταν στο χωριό (γιατί οι περισσότεροι ήταν στα χωράφια και θέριζαν), είχαν βγει έξω από τα σπίτια τους, για να δουν τι συμβαίνει. Όταν είδαν το αεροπλάνο να προσγειώνεται, έτρεξαν για να το δουν από κοντά.
                          Οι δύο Γερμανοί νεαροί αεροπόροι κατέβηκαν απ’ το αεροπλάνο. Τα παιδιά άρχισαν να το περιεργάζονται. Ορισμένα από αυτά είχαν στις τσέπες τους κορόμηλα και έδωσαν στους Γερμανούς. Οι Γερμανοί, επειδή έκανε πολύ ζέστη, έκαναν νοήματα στα παιδιά να καθίσουν κάτω απ’ τις φτερούγες του αεροπλάνου να ισκιώσουν. Αυτόπτες μάρτυρες μπροστά στα δραματικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν ήταν: Ο Δημήτριος Νικολάου Κάιας, γεννηθείς το 1890, και ο Καρακαξάς Βασίλειος του Αργυρίου, γεννηθείς το 1902.
                          Το 1984 ένας δημοσιογράφος της ΕΡΤ ήρθε στο χωριό να ερευνήσει το θέμα αυτό. Ο γράφων, ήμουν τότε Πρόεδρος της Κοινότητας. Καλέσαμε τον Βασίλη Καρακαξά για να μας διηγηθεί τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την ημέρα εκείνη, 1/7/1943. Ο δημοσιογράφος της ΕΡΤ ανοίγει το μαγνητόφωνο να καταγράψει με ακρίβεια τα γεγονότα.
                          Ο Βασίλης Καρακαξάς αφηγείται: «Οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άντρες ήμασταν εγώ και ο Μήτσιος Κάϊας κοντά στο αεροπλάνο. Οι Γερμανοί ήθελαν να πάνε στο Δεμερλί. Επειδή δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, ψάξαμε να βρούμε τον Αλέξη Δήμο που ήξερε λίγα Γερμανικά. Δε βρήκαμε τον Αλέξη και στείλαμε κάποιον χωριανό να πάει στο διπλανό χωριό Δελή – Βελή (Πτελοπούλα) να φέρει τον Προκόπη Γκαλιμάνα που ήξερε λίγα Γερμανικά.
                          (Ο Αλέξης Δήμος και ο Προκόπης Γκαλιμάνας ήταν δύο από τους 6.000 στρατιώτες και 400 αξιωματικούς του 4ου Σώματος Στρατού που παραδόθηκαν στους Γερμανοβουλγάρους το 1916 από τον Διοικητή τους).
                          Ο Γκαλιμάνας βρέθηκε, βρέθηκαν και δύο άλογα και έτσι ο ένας Γερμανός μαζί με τον Γκαλιμάνα αναχώρησαν για το Δεμερλί. Τώρα γιατί το αεροπλάνο αναγκάστηκε να προσγειωθεί εδώ, αφού προορισμό είχε το Δεμερλί, δεν έγινε γνωστό. Πολλοί είπαν ότι έμεινε από καύσιμα, άλλοι ότι έχασαν τον προσανατολισμό και άλλοι ότι είχε μηχανική βλάβη. Φεύγοντας ο ένας Γερμανός για το Δεμερλί, άφησε τον άλλο μόνο του μαζί με μας κοντά στο αεροπλάνο.
                          Κάποια στιγμή μετά από λίγη ώρα, είδαμε ένα αυτοκίνητο να κινείται στο δρόμο ανάμεσα στα κουμαδίτικα χωράφια, βορειοδυτικά και να σηκώνεται ένα σύννεφο από κουρνιαχτό.
                          Όταν πλησίασε πιο κοντά, είδαμε ότι πάνω στο αυτοκίνητο ήταν 5-6 άντρες. Βλέποντας το αυτοκίνητο ο Γερμανός να πλησιάζει, έτρεξε ανήσυχος προς το αεροπλάνο. Πήρε στα χέρια του το αυτόματο όπλο (οπλοπολυβόλο) και θέλησε να τρέξει προς το ρέμα, για να καλυφθεί. Κοιτάζοντας προς εμάς μας ρώτησε. «Παρτιζάνοι, Παρτιζάνοι;», «Όχι, όχι, του είπαμε εμείς «Ιταλοί θα είναι». Και όπως φάνηκε μας εμπιστεύθηκε και κάθησε με το όπλο στα χέρια κοντά σε μας. Οι άντρες που ήταν στο αυτοκίνητο «τζιπ» κατέβηκαν ανενόχλητοι και κρύφτηκαν χαμηλά στο ρέμα για να προστατευθούν μαζί με το αυτοκίνητο. Ένας απ’ αυτούς, αφού κατέβηκε απ’ το αυτοκίνητο, τον είδαμε να έρχεται περπατώντας προς εμάς (στο αεροπλάνο). Ήταν ο Γεώργιος Μπαζής απ’ το χωριό Κουμάδες (Σταυρός).
                          Όταν ο Μπαζής πλησίασε και μπήκε μέσα στον κόσμο που ήταν γύρω απ’ το αεροπλάνο, ο Γερμανός ανησύχησε και τον παρακολουθούσε. Όταν ο Μπαζής πλησίασε πολύ κοντά, ο Γερμανός σήκωσε το όπλο να τον πυροβολήσει και εκεί, αν δεν πρόφταινε ο Μπαζής να πιάσ’ την κάνη και να την στρίψει προς τα κατ, δεν αποκλείεται να μας θέρζει ο Γερμανός απ’ τον φόβο του.
                          Όταν έπιασε την κάνη και την έστριψε προς τα κατ, ριπές από σφαίρες χτυπούσαν το χώμα. Μετά από την συμπλοκή αυτή, ο Γερμανός αφοπλίστηκε από τον Μπαζή και άρχισε να τρέχει προς το ρέμα. Δεν πρόφθασε να πάει πέντε – έξι βήματα και έπεσε νεκρός. Και εδώ έγινε το μεγάλο λάθος, δεν έπρεπε να τον σκοτώσουν, αφού του πήραν το όπλο (τον αφόπλισαν).
                          Πολλοί είπαν ότι τον σκότωσε ο Μπαζής, άλλοι είπαν ότι τον έβαλαν στο σημάδι με τα όπλα τους οι άντρες που ήταν με το αυτοκίνητο στο ρέμα. Όπως και να ’χει, ο Γερμανός πέθανε σχεδόν αμέσως.
                          Τα γυναικόπαιδα που βρίσκονταν εκεί και είδαν να εξελίσσονται αυτές οι σκηνές μπροστά στα μάτια τους, τρομαγμένα έφυγαν τρέχοντας. Μετά απ’ αυτό απομείναμε λίγοι εκεί στο αεροπλάνο, που λίγο πιο πέρα ήταν ανάσκελα πεθαμένος ο Γερμανός. Όλοι τώρα ξέραμε ότι οι Γερμανοί θα έκαναν αντίποινα.
                          Λέει ο Μήτσιος Κάιας: «Εγώ λέω να τον πάρουμε από δω το Γερμανό, άνθρωπος είναι κι αυτός, και να τον πάμε στην εκκλησία να τον διαβάσει ο παπάς και να τον θάψομε στο νεκροταφείο». Εγώ είπα ότι με τη λύσσα που θα έχουν οι Γερμανοί, αν μας βρουν μαζωμένους στην εκκλησία, σίγουρα θα μας σκοτώσουν όλους και θα πάμε σαν το σκυλί στ’ αμπέλι. Μ’ αυτή τη σκέψη τη δική μου συμφώνησαν όλοι οι άλλοι, και επειδή η ώρα περνούσε και η ανησυχία μας μεγάλωνε φύγαμε όλοι απ’ το αεροπλάνο.
                          Οι άντρες που είχαν έρθει με το τζιπ στη συνέχεια τοποθέτησαν τον αεροπόρο στο αεροπλάνο του και έβαλαν φωτιά. Και αφού είδαν το αεροπλάνο με τον Γερμανό να γίνονται παρανάλωμα, εξαφανίστηκαν.

                          ΟΙ ΧΩΡΙΑΝΟΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ ΤΟ ΧΩΡΙΟ
                          Συνεχίζοντας ο Βασίλης Καρακαξάς αφηγείται: «Όταν μαθεύτηκε στο χωριό ότι σκότωσαν τον Γερμανό, ήταν αργά το απόγευμα. Επειδή ήταν σίγουροι ότι οι Γερμανοί θα έκαναν αντίποινα, σχεδόν ομόφωνα αποφάσισαν να φύγουν όπως – όπως από το χωριό πριν φθάσουν οι Γερμανοί. Φόρτωσαν όσα πράγματα στα κάρα μπορούσαν, ανέβηκαν και οι γυναίκες με τα παιδιά και πήραν το δρόμο για τα κοντινότερα βουνά. Το βραδάκι έφτασαν άλλοι στον Κέδρο, άλλοι πιο ψηλά στα βουνά και άλλοι ποιο χαμηλά. Δεν έμεινε ψυχή στο χωριό, έφυγαν όλοι το ίδιο βράδυ.
                          Οι Γερμανοί την άλλη μέρα 2/7/1943 στις 2-3 η ώρα μετά το μεσημέρι πήγαν πρώτα να δουν τον τόπο όπου βρισκόταν το καμένο αεροπλάνο και στη συνέχεια άρχισαν από το βορειοδυτικό σημείο του χωριού να βάζουν φωτιά στα σπίτια. Τα σύνορα των οικοπέδων σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του χωριού τα είχαν περιφραγμένα με βάτους. Αυτό έγινε αιτία να μεταφέρεται η φωτιά από σπίτι σε σπίτι με μεγαλύτερη ευκολία.

                          Την επομένη 2/7/1943 σαράντα περίπου αεροπλάνα (stuka) βομβάρδισαν απ’ τις 9.30 έως τις 10 π.μ. τους Σοφάδες. Από τον βομβαρδισμό σκοτώθηκαν 40 Ιταλοί στρατιώτες και 33 κάτοικοι των Σοφάδων. Μετά το βομβαρδισμό που σταμάτησε περίπου στις 10 η ώρα, μπήκαν οι Γερμανοί και γυρίζοντας από γειτονιά σε γειτονιά έβαλαν φωτιά σε πολλά σπίτια και έκαψαν και ολόκληρη σχεδόν την κεντρική αγορά των Σοφάδων. Στη συνέχεια άρχισαν να συλλαμβάνουν άντρες, γυναίκες και παιδιά, και τους συγκέντρωσαν σε δύο – τρία σημεία με άγνωστες προθέσεις.
                          Από αυτό το σημείο και μετά υπάρχουν πολλά σκοτεινά και αδιευκρίνιστα σημεία.
                          Οι Γερμανοί παρ’ όλο που γνώριζαν απ’ την προηγούμενη μέρα ότι το αεροπλάνο ήταν προσγειωμένο στο «Γκέρμπεσι» Καρποχώρι και εκεί κάηκε από τους άντρες του εφεδρικού ΕΛΑΣ Καρδίτσας μαζί με τον αεροπόρο, για δικούς τους στρατηγικούς λόγους σχεδίασαν και βομβάρδισαν τους Σοφάδες. Αδιευκρίνιστο επίσης παραμένει το γεγονός του βομβαρδισμού στο κέντρο των Σοφάδων της σταθμευμένης φάλαγγας των Ιταλών συμμάχων τους που είχε σαν αποτέλεσμα να σκοτωθούν περίπου 40 Ιταλοί στρατιώτες.
                          Τους χτύπησαν κατά λάθος ή από πρόθεση;
                          11/01/2017

                          Comment


                          • Ο ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΚΑΥΣΩΝΑΣ ΤΟΥ 1987-Η ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΙΡΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ





                            Στις 20/07/1987 ξεκίνησε το πιο θανατηφόρο καιρικό γεγονός στην σύγχρονη ελληνική Ιστορία, ο πολυήμερος και χωρίς αμφισβήτηση ακραίος καύσωνας του 1987.
                            Το ποιοτικό χαρακτηριστικό του καύσωνα αυτού είναι η διάρκειά του καθώς επί 7-8 ημέρες σχεδόν το σύνολο της πεδινής ηπειρωτικής χώρας και δη των προσφιλών στα «ερυθρά» ρεκόρ πόλεων αντιμετώπιζε θερμοκρασίες άνω των 40 βαθμών με μεγάλα ποσοστά υγρασίας και συνεχή άπνοια. Η θερμοκρασία ακόμα και την νύχτα δεν έπεφτε κάτω από τους 30 βαθμούς και η Ελλάδα του 1987 που ακόμα δεν είχε εισέλθει στον σύγχρονο κόσμο των κλιματιστικών βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα καιρικό εφιάλτη δίχως προηγούμενο.
                            Αναφερόμαστε στην ίδια Ελλάδα που τεσσεράμισι μήνες πριν είχε έρθει αντιμέτωπη με έναν πρωτοφανή σε ένταση και σε διάρκεια μαρτιάτικο χιονιά που είχε σκεπάσει με χιόνι σχεδόν το σύνολο της ηπειρώτικης χώρας μέχρι τις ακρογιαλιές (ακόμα και πόλεις της δυτικής Ελλάδας). Όπως μας λέει σε σχετικό του άρθρο ο Μηνάς Βιντιάδης, τότε ο κόσμος υπέφερε στα χωριά και στις πόλεις έπαιζαν χιονοπόλεμο. Λίγους μήνες μετά οι ρόλοι αντιστράφηκαν , και στα χωριά (είτε ορεινά είτε παραθαλάσσια) έπαιζαν την ώρα που ο κόσμος πέθαινε στις πόλεις.
                            Σοκ και δέος από την μελέτη του τύπου της εποχής , τραγικές ιστορίες, φρικτοί θάνατοι με την πρωτεύουσα πρωταγωνίστρια του καιρικού δράματος. Μετά την Τρίτη ημέρα οι νεκροθάλαμοι των νοσοκομείων γέμισαν και η κυβέρνηση άνοιξε τους νεκροθαλάμους των στρατοπέδων καθόσον παρόμοιο πρόβλημα υπήρχε και στα νεκροτομεία. Οι άνθρωποι αυτοί έμειναν ακήδευτοι επί ημέρες καθόσον τα νεκροταφεία δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν με τόσο μεγάλο αριθμό νεκρών.



                            ’νθρωποι βρισκόντουσαν νεκροί στις κεντρικές πλατειές της Αθήνας και των λοιπών πόλεων , σε παγκάκια , στα σιντριβάνια των πλατειών, στα πάρκα, στις εισόδους των πολυκατοικιών, μέσα σε ασανσέρ, στα κλιμακοστάσια, σε παραλίες, άνθρωποι μοναχικοί ξεψύχησαν μέσα στα σπίτια τους αβοήθητοι, ηλικιωμένοι άνθρωποι σε οίκους ευγηρίας , σε ιδρύματα και πολλές άλλες συγκινητικές ιστορίες με τον άνθρωπο να μοιάζει τόσο αδύναμος μπροστά στον καιρικό αυτό εφιάλτη.
                            Τα νοσοκομεία της χώρας θύμιζαν συνθήκες εν καιρώ πολέμου και οι γιατροί τους έδωσαν τιτάνιες μάχες για να περιθάλψουν τον κόσμο που κατασκήνωνε και διανυκτέρευε έξω από τα μεγάλα νοσοκομεία προκειμένου να σωθεί. Την κατάσταση επέτεινε το γεγονός ότι για αρκετές ώρες και σε πολλές περιοχές κοβόταν το ρεύμα αλλά και το νερό.
                            (Τα Νέα, 30-03-1987)
                            Ο αριθμός των νεκρών αποτέλεσε αντικείμενο διαμάχης μεταξύ της κυβέρνησης και της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι οποίοι σύμφωνα με το ΠΑΣΟΚ ήταν 1300 εκ των οποίων οι 1115 στην Αθήνα ενώ σύμφωνα με την Νέα Δημοκρατία, η οποία κατηγόρησε την Κυβέρνηση ως υπαίτια των γεγονότων και ότι προσπαθούσε να υποβαθμίσει σκόπιμα τις φρικτές συνέπειες του καύσωνα , ο αριθμός ήταν πολύ μεγαλύτερος.
                            Ανεξαρτήτως όμως της πολιτικής διαμάχης , ο αριθμός πράγματι όπως όλα δείχνουν ήταν μεγαλύτερος σε συνδυασμό με το ότι τα στοιχεία της επαρχίας ήταν ελλιπή. Εκτιμάται , ότι τα πραγματικά θύματα του καύσωνα έφτασαν ή και ξεπέρασαν τους δύο χιλιάδες νεκρούς ανά την επικράτεια.


                            Επιμέλεια-παρουσίαση: Διονύσης Έκτορας – Δημήτρης Σαγιάκος


                            Σχόλιο Μαμούθ:Ήμουν στην Αθήνα εκείνες τις κολασμένες μέρες του 87'.’κουγες ασταμάτητα μόνο σειρήνες ασθενοφόρων,έμενα στη λυκόβρυση και θυμάμε κοιμόμασταν στο δάπεδο στα πλακάκια γιά λίγη παραπάνω δροσιά,αν μπορείς να το πεις.Ήμουν δε μάρτυρας περιστατικού ανθρώπου με θερμοπληξία τον οποίο πασχίζαμε στην Ομόνοια να τον μεταφέρουμε σε κάποιο νοσοκομείο και αντιμετωπίσαμε μιά μεγάλη απάθεια όσων ζητούσαμε να μας βοηθήσουν γιατί είμασταν επαρχιώτες.Μέχρι και αστυνόμος μας είπε πως δε γνωρίζει κι απομακρύνθηκε γρήγορα.Ήταν κάτι που μου έχει μείνει χαραγμένο στη μνήμη...
                            11/01/2017

                            Comment


                            • τέλος...........

                              Comment


                              • Τί τέλος? Ωραία τα αρθράκια για το 1987 Μαμούθ! Ήταν όντως τραγικά!
                                ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΞΑΚΟΥΣΤΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ Η ΧΩΡΑ ΠΟΥ ΕΔΙΩΞΕΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ...
                                ΠΑΛΙ ΔΙΩΞΙΜΟ ΘΕΛΟΥΝΕ

                                Comment

                                Working...
                                X