Η ελληνική έκδοση του ιστορικού Αμερικανικού αντισυστημικού
περιοδικού Monthly Review (Μηνιαία Επιθεώρηση) ,στο οποίο έχω την
τιμή να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως συνεργάτης από το πρώτο τεύχος
επανακυκλοφορίας του στην Ελλάδα τον Ιανουάριο 2005, δημοσίευσε στο
δεύτερο τεύχος του,Φεβρουάριος 2005, ένα άρθρο των Harry Magdoff,
John Bellamy Foster, Robert McChesney με θέμα : Tο Πεντάγωνο και η
κλιματική αλλαγή.
Το κείμενο είμαι μεγάλο και περιληπτικά σας παρουσιάζω τους πιο
σημαντικούς τίτλους που σχολιάζει,αφού ευχαριστήσω την εκδότρια Κα
Αλεξοπούλου για την παραχώρηση του κειμένου:
1)«Kατάρρευση του κλίματος: Ο καιρικός εφιάλτης του Πενταγώνου»,
Fortune, 9 Φεβρουαρίου 2004.
2)«Τώρα το Πεντάγωνο λέει στον Μπους: Η κλιματική αλλαγή θα μας
καταστρέψει"», Observer (Λονδίνο), 22 Φεβρουαρίου 2004.
3)«Κλιματολογική αναφορά του Πενταγώνου προκαλεί πανδαιμόνιο στην
Eυρώπη», San Francisco Chronicle, 25 Φεβρουαρίου 2004.
4)«Tο τέλος του κόσμου! Έτσι λέει το Χόλλυγουντ και, ναι, το
Πεντάγωνο», New York Times, 29 Φεβρουαρίου 2004.
Ελπίζω τουλάχιστον να προβληματίσει!
Οι απότομες κλιματικές αλλαγές είναι, εδώ και μία δεκαετία περίπου,
θέμα αυξανόμενης ανησυχίας για τους ερευνητές του κλίματος, οι
οποίοι φοβούνται ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα μπορούσε να
καταργήσει τον ωκεάνιο αγωγό που θερμαίνει το βόρειο Ατλαντικό,
βυθίζοντας την Ευρώπη και μέρη της Βόρειας Αμερικής σε συνθήκες
Σιβηρίας εντός μερικών δεκαετιών ή ακόμη και ετών. Αλλά η δημόσια
προσοχή καθηλώθηκε μόνο έπειτα από την πρόσφατη εμφάνιση μιας
αναφοράς του Πενταγώνου σχετικά με τις κοινωνικές συνέπειες όσον
αφορά αστάθεια και πολέμους μιας απότομης κλιματικής αλλαγής. Όπως
το θέτει ο Observer (22 Φεβρουαρίου), «η κλιματική αλλαγή τα επόμενα
20 χρόνια θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια καταστροφή, με κόστος
εκατομμύρια νεκρούς από πολέμους και φυσικές καταστροφές».
Πράγματι, μόλις έγινε γνωστή η αναφορά του Πενταγώνου του
Οκτωβρίου 2003 «An Abrupt Climate Change Scenario and its
Implications for United States National Security» («Ένα σενάριο
απότομης κλιματικής αλλαγής και οι επιπτώσεις της για την εθνική
ασφάλεια των ΗΠΑ»), η προβλέψιμη αντίδραση ήταν εκτεταμένος δημόσιος
συναγερμός, ειδικά στην Ευρώπη. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσουν
αυτούς τους φόβους, αξιωματούχοι του Υπουργείου ’μυνας και οι
συγγραφείς της αναφοράς βγήκαν γρήγορα για να πουν ότι η όλη άσκηση
ήταν θεωρητική και «εσκεμμένα ακραία» και πως το όλο θέμα είχε
παρερμηνευθεί και εκτιμηθεί υπερβολικά από κάποια κομμάτια του Τύπου.
Ήταν λοιπόν ένα «πανδαιμόνιο» για το τίποτα, όπως υπαινίχθηκε το
San Francisco Chronicle, ή υπάρχουν κίνδυνοι συνδεδεμένοι με την
υπερθέρμανση του πλανήτη οι οποίοι δεν έχουν εκτιμηθεί δεόντως μέχρι
σήμερα; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι απαραίτητο να
προσεγγιστεί το θέμα σε στάδια, εξετάζοντας πρώτα την υπερθέρμανση,
ύστερα τις απότομες κλιματικές αλλαγές και τους εγγενείς κοινωνικούς
κινδύνους και, τέλος, το πώς το υπάρχον σύστημα παραγωγής αποτελεί
εμπόδιο σε μια εύκολη λύση.
Yπερθέρμανση του πλανήτη: Πόσο άσχημα είναι τα πράγματα;
Mία φυσιολογική επίδραση του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι
ζωτική για την ατμόσφαιρα της Γης. Καθώς το διοξείδιο του άνθρακα,
το μεθάνιο και άλλα αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου
συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα, παγιδεύουν τη θερμότητα, η οποία σε
αντίθετη περίπτωση θα ακτινοβολούνταν στο Διάστημα. Αυτό το φυσικό
φαινόμενο του θερμοκηπίου, σε συνδυασμό με την εγγύτητα της Γης στον
ήλιο, εξυπηρετεί τη θέρμανση της Γης, καθιστώντας την κατοικήσιμη
για διάφορα είδη. Αλλά ήδη, ως αποτέλεσμα των αυξημένων αερίων που
προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου από την ανθρώπινη παραγωγή,
ειδικά την καύση ορυκτών καυσίμων, αυτό το ίδιο ζωογόνο φαινόμενο
του θερμοκηπίου ανεβάζει τις μέσες πλανητικές θερμοκρασίες όλο και
υψηλότερα. Η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα
βρίσκεται σήμερα στο υψηλότερο επίπεδό της τα τελευταία 420.000
χρόνια, και πιθανόν τα τελευταία 20 εκατομμύρια χρόνια. Aύξηση της
στάθμης της θάλασσας, καύσωνες, καταστροφή των σπαρτών, κατακλυσμοί
και ξηρασίες και, γενικότερα, πιο ακραίες καιρικές συνθήκες πρέπει
να αναμένονται ως αποτέλεσμα αυξήσεων στη μέση θερμοκρασία του
πλανήτη.
Κάποιο μέρος της υπερθέρμανσης που θα βιώσουμε τις επόμενες
δεκαετίες είναι ήδη αναπόφευκτο. Tα αέρια που προκαλούν το φαινόμενο
του θερμοκηπίου έχουν ατμοσφαιρική διάρκεια ζωής δεκαετιών ως και
αιώνων. Ακόμα κι αν οι κοινωνίες πάψουν σήμερα τη χρήση ορυκτών
καυσίμων και σταματήσουν κάθε άλλη μορφή εκπομπής αερίων που
προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η συγκέντρωση τέτοιων αερίων
στην ατμόσφαιρα θα προκαλέσει πιθανότατα μια επιπλέον αύξηση της
θερμοκρασίας της τάξης του 0,5οC (0,9οF). Ενώ, αν δεν κάνουμε τίποτα
για να περιορίσουμε τέτοιες εκπομπές, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία
επιφανείας θα μπορούσε θεωρητικά να αυξηθεί ως και 5,8οC (10,4οF)
μεταξύ του 1990 και του 2100, υπερβαίνοντας τη μεταβολή στη μέση
θερμοκρασία που μας χωρίζει από την τελευταία εποχή των παγετώνων.
Oρισμένοι ενημερωμένοι επιστήμονες αναμένουν σήμερα ότι η αύξηση στη
μέση παγκόσμια θερμοκρασία μεταξύ 1990-2100 θα μείνει κάτω από τους
2οC (3,6oF), ακόμα και με την πλέον συντονισμένη κοινωνική δράση
μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Ο κύριος φόβος σήμερα είναι ότι η
αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας θα είναι δύο ή τρεις φορές
μεγαλύτερη αν η ανθρώπινη κοινωνία παραμένει ανίκανη να δράσει
αποφασιστικά .
Η υπερθέρμανση αναμένεται στις επόμενες δεκαετίες να είναι
αυξανόμενος παράγοντας στην εξαφάνιση ειδών, ο ρυθμός της οποίας
σήμερα είναι μεγαλύτερος από κάθε άλλη φορά από την εξαφάνιση των
δεινόσαυρων πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια. Τα φυτά και τα ζωικά
είδη ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα στις ορεινές περιοχές όλου του
πλανήτη καθώς συντελείται η υπερθέρμανση. Αλλά τα βουνά έχουν ένα
όριο. Κατά συνέπεια, τα είδη που καταλαμβάνουν τα ανώτατα οικολογικά
καταφύγια είναι πλέον σε διαδικασία «ανάληψης στα ουράνια» . Δεν
ξέρουμε πόσα ακόμα είδη θα έχουν την ίδια μοίρα στη διάρκεια αυτού
του αιώνα. Αλλά ξέρουμε σίγουρα ότι τα είδη της Γης γενικότερα θα
επηρεαστούν μαζικά, ότι η βιολογική πολυποικιλία θα συνεχίσει να
μειώνεται και ότι, αν δεν κάνουμε κάτι και η μέση παγκόσμια
θερμοκρασία αυξηθεί στα ανώτερα όρια που οι προεξάρχοντες
μετεωρολόγοι θεωρούν πιθανά μέχρι το έτος 2100, αυτό θα μπορούσε να
αποβεί καταστροφικό, απειλώντας σοβαρά τα οικοσυστήματα και
αποσταθεροποιώντας την ανθρώπινη κοινωνία.
Κι όμως, τα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και οι
ελίτ που είναι συνδεδεμένες μαζί τους μας λένε να μην ανησυχούμε.
Μην ασχολείστε με την απειλή που αντιμετωπίζουν τα άλλα είδη. Η
ανθρώπινη κοινωνία, μας λένε συχνά, είναι διαφορετική. Μπορεί να
εξελίσσεται αστραπιαία μέσω οικονομικών και τεχνολογικών μέσων, κι
έτσι να προσαρμόζεται στην υπερθέρμανση, η οποία από τη σκοπιά της
μπορεί να θεωρείται σαν αργή, «βαθμιαία» αλλαγή. Αυτό που συχνά
προβάλλεται για την παγκόσμια κοινωνία είναι αυξημένη δυσφορία, παρά
μαζική κοινωνική αναταραχή και αποδιοργάνωση. Οι ορθόδοξοι
οικονομολόγοι γενικά προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα
που μπορεί να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, θεωρούν
ότι η μόνη απάντηση βρίσκεται σε μια πιο εύρωστη οικονομία, που θα
μας προσπορίσει περισσότερα μέσα για την αντιμετώπιση μελλοντικών
δυσχερειών.
Απότομη κλιματική αλλαγή
Όμως υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι το να έχουμε τόση
πίστη στην οικονομική ανάπτυξη και στην τεχνολογική εξέλιξη ως
απάντηση στην υπερθέρμανση του πλανήτη είναι μυωπικό και αφελές.
Υπάρχει εκτεταμένη αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσο μπορεί η
ανθρώπινη κοινωνία όντως να αντέξει τέτοια «βαθμιαία» κλιματική
αλλαγή εφόσον τα ανθρώπινα όντα είναι και τα ίδια μέρος της φύσης
και εξαρτώνται με πολλούς τρόπους από τον περιβάλλοντα κόσμο. Αλλά
το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Οι επιστήμονες θέτουν σήμερα το πλέον
ανησυχητικό ερώτημα μιας απότομης κλιματικής αλλαγής, δηλαδή μιας
αλλαγής κλίματος τόσο μεγάλης και αιφνιδιαστικής μεταβαλλόμενης
δραματικά εντός ετών, αντί δεκαετιών ή αιώνων, που θα είχε με
βεβαιότητα καταστροφικές συνέπειες για την ανθρώπινη κοινωνία.
Η απότομη κλιματική αλλαγή θεωρείται συχνά ως μια μεταβολή που
οφείλεται σε βαθμιαία αίτια που οδηγούν στην παραβίαση κάποιου
ορίου, προκαλώντας μια ξαφνική μετάβαση σε μια καινούργια κατάσταση
όπου η μετάβαση καθορίζεται από το ίδιο το κλιματικό σύστημα και
λαμβάνει χώρα με ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από την αρχική αιτία .
Τέτοιες αλλαγές έχουν συμβεί πλείστες φορές στην ιστορία, με μια από
τις πιο έντονες αυτή της απότομης ψύξης των Nεαρών Δρυάδων (που πήρε
το όνομά της από ένα αρκτικό αγριολούλουδο που άκμασε στο κλίμα τής
τότε εποχής), που άρχισε πριν από 12.700 χρόνια και διάρκεσε 1.300
χρόνια, διαταράσσοντας τη θερμότητα που σχετίζεται με το τέλος της
τελευταίας εποχής των παγετώνων. Μια μικρότερης κλίμακας περίπτωση
απότομης κλιματικής αλλαγής έλαβε χώρα πριν από 8.200 χρόνια και
διάρκεσε περίπου έναν αιώνα. Σύμφωνα με το χειρότερο από τα τρέχοντα
πιθανά σενάρια, τέτοια «απότομη κλιματική αλλαγή» θα μπορούσε να
συμβεί κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες παρόλο που
αυτό θεωρείται ακόμα από τους επιστήμονες μάλλον απίθανο.
Η απότομη κλιματική αλλαγή πιστεύεται ότι προκαλείται από τη
διαταραχή της θερμοαλινής κυκλοφορίας (από τις λέξεις «θέρμη»
και «άλας»), ενός ωκεάνιου αγωγού που μεταφέρει ζεστά αλμυρά τροπικά
νερά βόρεια του Aτλαντικού, με βόρειο βραχίονα το Ρεύμα του Κόλπου,
και μετά στρέφεται νότια. Όταν φτάνει στο βόρειο Ατλαντικό, η
θερμότητα από αυτά τα θερμότερα νερά απελευθερώνεται στην
ατμόσφαιρα, δημιουργώντας ηπιότερους χειμώνες από αυτούς που θα
υπήρχαν σε διαφορετική περίπτωση σε αυτά τα πλάτη και επιτρέποντας
στα πυκνά επιφανειακά ύδατα να ψυχραίνονται και να βυθίζονται. Αυτό
αντλεί επιπλέον θερμότερο αλμυρό νερό από το Νότο, βοηθώντας τη
συνεχή λειτουργία του αγωγού. Έτσι οι διαφορές στην πυκνότητα των
ωκεάνιων υδάτων που σχετίζονται με το αλατούχο περιεχόμενο κρατούν
σε λειτουργία αυτό τον ωκεάνιο αγωγό. Η απότομη κλιματική αλλαγή
προκαλείται από περιορισμό ή κατάρρευση της θερμοαλινής κυκλοφορίας,
που οφείλεται σε αυξημένες εκβολές ποταμών, λιώσιμο των πάγων και
μεταβολές στη βροχόπτωση όλα εκ των οποίων προκαλούν την αύξηση
της παροχής γλυκού νερού στο βόρειο Ατλαντικό. Καθώς η
περιεκτικότητα σε αλάτι των ωκεάνιων υδάτων μειώνεται, μπορεί να
συμβεί ένας δραματικός περιορισμός ή και πλήρης κατάρρευση της
θερμοαλινής κυκλοφορίας. Θεωρείται ότι το φαινόμενο αυτό
πυροδοτείται εν δυνάμει από την τρέχουσα υπερθέρμανση του πλανήτη.
Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή του
ΟΗΕ (Intergovernmental Panel on Climate Change), στο «Climate Change
2001» («Κλιματική Αλλαγή 2001»), «πέραν του 2100, η θερμοαλινή
κυκλοφορία θα μπορούσε να διακοπεί εντελώς, και πιθανόν μη
αναστρέψιμα, σε κάποιο από τα δύο ημισφαίρια» αν η υπερθέρμανση του
πλανήτη είναι «αρκετά ευρεία και μακροχρόνια» (σ. 16).
Δύο βασικά σενάρια είναι άξια προσοχής: 1) Αν ο ωκεάνιος αγωγός
επιβραδυνθεί ή καταρρεύσει μέσα στις δύο επόμενες δεκαετίες, μπορεί
να ψυχράνει την περιοχή του βόρειου Ατλαντικού ως και κατά 5οC
(9οF), δημιουργώντας πολύ βαρύτερους χειμώνες. 2) Αν όμως ο αγωγός
επιβραδυνθεί σε διάρκεια ενός αιώνα, η πτώση της θερμοκρασίας στο
βόρειο Ατλαντικό μπορεί προσωρινά να συμψηφιστεί με την αύξηση της
θερμοκρασίας που σχετίζεται με το ενισχυμένο φαινόμενο του
θερμοκηπίου (όμως, μόλις αποκατασταθεί η θερμοαλινή κυκλοφορία,
το «οφειλόμενο» φορτίο ζέστης θα μπορούσε να επανέλθει εντός μιας
δεκαετίας). Το δεύτερο από αυτά τα δύο σενάρια θεωρείται πολύ
πιθανότερο. Όμως πρόσφατες επιστημονικές μελέτες,
συμπεριλαμβανόμενης μιας σημαντικής αναφοράς από την Eθνική Aκαδημία
Eπιστημών (National Academy of Sciences) το 2002, έχουν τονίσει ότι
η θερμοαλινή κυκλοφορία θα μπορούσε να μειωθεί πολύ γρήγορα, με
αποτέλεσμα μια απότομη κλιματική αλλαγή στις αρχές αυτού του αιώνα,
που, παρ' ότι θεωρείται απίθανη, δεν μπορεί και να αποκλειστεί
εντελώς. Επιβεβαιώνοντας, φαίνεται, αυτούς τους φόβους, μια αναφορά
του 2002 στο Nature διαπίστωσε ότι ο βόρειος Aτλαντικός γλυκαίνει
δραματικά για 40 χρόνια, ενώ άλλη αναφορά ένα χρόνο νωρίτερα
επισήμανε ότι ο ωκεάνιος αγωγός μπορεί ήδη να επιβραδύνεται .
Ενώπιον των αβέβαιων κινδύνων από ένα τέτοιο γεγονός «μικρής μεν
πιθανότητας, μεγάλου δε αντικτύπου», οι επιστήμονες που σχετίζονται
με τη μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών πρότειναν να λάβει η
κοινωνία όποια μέτρα μπορεί, εκτός αυτών που κοστίζουν υπερβολικά
πολύ, για την προστασία της έναντι ενός τέτοιου ακραίου
αποτελέσματος. «Aν μια κατάρρευση συνέβαινε άμεσα παρατηρεί στο Two-
Mile Time Machine (H μηχανή των δύο μιλίων) ο Ρίτσαρντ ’λλεϋ
(Richard Alley), που προέδρευσε της επιστημονικής ομάδας που εξέδωσε
τη μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών θα μπορούσε να προκαλέσει
ένα μεγάλο γεγονός, ίσως τόσο μεγάλο όσο οι Nεαρές Δρυάδες,
μειώνοντας τις βόρειες θερμοκρασίες και εξαπλώνοντας ξηρασίες πολύ
μεγαλύτερες από τις αλλαγές που έχουν επηρεάσει τον άνθρωπο καθ' όλη
τη διάρκεια της καταγεγραμμένης ιστορίας, επιταχύνοντας ίσως την
υπερθέρμανση στον απώτερο Νότο. Το τέλος της ανθρωπότητας; Όχι. Μια
δύσκολη περίοδος για την ανθρωπότητα; Ναι!».
Το Πεντάγωνο αναβαθμίζει την απειλή
Η ιστορία πίσω από την αναφορά του Πενταγώνου για την απότομη
κλιματική αλλαγή είναι σχεδόν τόσο συναρπαστική όσο το περιεχόμενο
της ίδιας της αναφοράς. Η μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών
πέρασε από το γραφείο του ’ντριου Μάρσαλ (Andrew Marshall),
διευθυντή του Γραφείου Αποτίμησης του Πενταγώνου. Ο Μάρσαλ, που έχει
δουλέψει για κάθε υπουργό ’μυνας από την εποχή του Τζέιμς Σλέσιντζερ
(James Schlesinger) τη δεκαετία του '70, είναι ένας
μνημειώδης «σοφός», γνωστός στο Πεντάγωνο ως «Γιόντα». Όταν
χρειάζεται κάποιον να σκεφτεί για σημαντικά θέματα, το Υπουργείο
’μυνας στρέφεται στον Μάρσαλ. Το πιο διάσημο επίτευγμά του ήταν η
προώθηση της πυραυλικής άμυνας. Ο Μάρσαλ ήταν που ενέκρινε την
επιχορήγηση 100.000 δολαρίων στους Πήτερ Σουάρτς (Peter Schwartz)
και Ντόου Ράνταλ (Dough Randall) του Global Business Network για να
αναλύσουν την απότομη κλιματική αλλαγή για το Πεντάγωνο. Ο σκοπός
ήταν προφανώς να οραματιστούν οι οικονομικοί μελλοντολόγοι τις
πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας απότομης κλιματικής αλλαγής, εφόσον
αυτοί θα ήταν στην καλύτερη θέση για να πιθανολογήσουν επί των
οικονομικών και κοινωνικών παρενεργειών μιας τέτοιας καταστροφικής
εξέλιξης, κι έτσι να την αναβαθμίσουν σε μείζον ζήτημα για το
Πεντάγωνο.
Η επιλογή του Σουάρτς γι' αυτό το καθήκον ήταν έκπληξη, εφόσον
ήταν ήδη γνωστός για το βιβλίο του The Long Boom (Η μακροχρόνια
ανάπτυξη, 1999). Τη δεκαετία του 1990 ήταν εξωτερικός συντάκτης για
το περιοδικό Wired. Μαζί με τον Πήτερ Λάυντεν (Peter Lyden), έναν
παλαιό συντάκτη του περιοδικού, και τον Τζο Χάυατ (Joe Hyatt) του
πανεπιστημίου Στάνφορντ, συνέλαβε την ιδέα ότι η «νέα οικονομία»,
βασισμένη στη σημερινή υψηλή ηλεκτρονική τεχνολογία, είχε τάση προς
μια μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη διάρκειας από το 1980 μέχρι
τουλάχιστον το 2020. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η
οικονομία, υποστήριζαν στο βιβλίο, απλώς «θα μεγάλωνε περισσότερο»,
βασισμένη στο μοντέλο της «νέας οικονομίας», με την πρωτοπορία των
HΠA και παγκόσμια ανάπτυξη της τάξης «πιθανόν ακόμα και του 6%» (σ.
226). H πρώτη εκδοχή αυτής της θέσης στο άρθρο τους στο Wired για τη
μακροχρόνια ανάπτυξη παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 1997 και έκανε
αίσθηση. Το άρθρο, μαζί με το βιβλίο που ακολούθησε δύο χρόνια
αργότερα, αποτέλεσε την πλέον ακραία έκφανση της μεγάλης ευφορίας
στην αλλαγή της χιλιετίας. Σύμφωνα με τον Σουάρτς και τους
συνεργάτες του, οι οποίοι παρερμήνευσαν χονδροειδώς τις κύριες
οικονομικές τάσεις της εποχής, η οικονομία των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε καθ'
όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και είχε μεγάλες πιθανότητες
να επιταχυνθεί περαιτέρω μετά το 2000. Όμως αυτή η μυθολογία
της «νέας οικονομίας» έλαβε τέλος με το σκάσιμο της
κερδοσκοπικής «φούσκας» και τη δραματική πτώση του χρηματιστηρίου το
2000, που ακολουθήθηκε από ύφεση το 2001, αργούς ρυθμούς ανάπτυξης
και αποτελμάτωση της αγοράς εργασίας από τότε. Και όμως, ήταν στον
Σουάρτς, στον αποτυχημένο προφήτη της μακροχρόνιας ανάπτυξης
της «νέας οικονομίας», που στράφηκε ο Μάρσαλ για τη δραματοποίηση
των επιπτώσεων μιας απότομης κλιματικής αλλαγής .
Το «An Abrupt Climate Change Scenario and its Implications for
United States National Security», των Σουάρτς και Ράνταλ, αρχίζει
αμφισβητώντας τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται συνήθως η
κλιματική αλλαγή: «Όταν οι περισσότεροι αναλογιζόμαστε την κλιματική
αλλαγή, φανταζόμαστε βαθμιαίες αυξήσεις της θερμοκρασίας και μόνο
περιφερειακές αλλαγές σε άλλες κλιματικές συνθήκες, που συνεχίζουν
αενάως ή και εξομαλύνονται κάποια στιγμή στο μέλλον. Η κοινή
πεποίθηση είναι ότι ο σημερινός πολιτισμός είτε θα προσαρμοστεί σε
όποιες καιρικές συνθήκες αντιμετωπίσουμε είτε προσπάθειες όπως αυτές
που περιλαμβάνονται στο Πρωτόκολλο του Κιότο θα είναι αρκετές για να
αποσοβήσουν τις επιπτώσεις. H Διακυβερνητική Eπιτροπή για την
Kλιματική Aλλαγή περιγράφει ότι η απειλή τής βαθμιαίας κλιματικής
αλλαγής και οι συνέπειές της στα αποθέματα τροφίμων και σε άλλους
σημαντικούς πόρους δεν θα είναι τόσο σοβαρή ώστε να προκαλέσει
κινδύνους σε ζητήματα ασφάλειας. Οι αισιόδοξοι βεβαιώνουν ότι τα
οφέλη από τις τεχνολογικές καινοτομίες θα έρθουν γρηγορότερα από τις
αρνητικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
»Κλιματολογικά, η άποψη για το μέλλον υποθέτει ότι η γεωργία θα
συνεχίσει να ευδοκιμεί και οι καλλιεργήσιμες εποχές θα επιμηκυνθούν.
Η Βόρεια Ευρώπη, η Ρωσία και η Βόρεια Αμερική θα ευημερούν αγροτικά,
ενώ η Νότια Ευρώπη, η Αφρική και η Κεντρική και η Νότια Αμερική θα
υποφέρουν από αυξανόμενη ξηρασία, ζέστη, ελλείψεις νερού και
μειωμένη παραγωγή. Στο σύνολό της, σύμφωνα με πολλά κλιματολογικά
σενάρια, η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων αυξάνεται» (σ. 4).
Οι Σουάρτς και Ράνταλ αντιτίθενται σε τέτοιες εφησυχαστικές
απόψεις για την υπερθέρμανση του πλανήτη, επιμένοντας ότι δεν
λαμβάνουν αρκετά υπόψη τους τις ασυνέχειες που μπορεί να προκύψουν
καθώς η υπερθέρμανση προκαλεί την υπέρβαση κάποιων οριακών
καταστάσεων. Για παράδειγμα, συχνότερες ξηρασίες θα μπορούσαν να
έχουν καταστροφικές και αθροιστικές συνέπειες. Κι εδώ όμως τα
χειρότερα από μια τέτοια βαθμιαία υπερθέρμανση θεωρείται ότι αφορούν
κυρίως τις φτωχότερες χώρες του παγκόσμιου Nότου, παρά τις
πλουσιότερες χώρες του παγκόσμιου Βορρά (της κύριας πηγής εκπομπών
διοξειδίου του άνθρακα). Αυτή η άποψη ενθαρρύνει μια στάση απραξίας
ή ημιμέτρων στα βόρεια κέντρα της παγκόσμιας εξουσίας.
Η απότομη κλιματική αλλαγή αλλάζει την εικόνα δραματικά. Μια
τέτοια αλλαγή θα δημιουργούσε καταστροφικές συνθήκες για την
ανθρώπινη κοινωνία? και αντί να χτυπήσουν πρωτίστως τον παγκόσμιο
Νότο, οι άμεσες συνέπειες ενδεχόμενης κατάρρευσης του θερμοαλινού
αγωγού θα επηρεάσουν τον παγκόσμιο Bορρά ειδικά τις χώρες που
συνορεύουν με το βόρειο Ατλαντικό. Οι Schwartz και Randall
ξεκαθαρίζουν ότι δεν προβλέπουν όντως μια τέτοια απότομη κλιματική
αλλαγή στο εγγύς μέλλον (παρ' ότι είναι σίγουρο ότι θα συμβεί στο
απώτερο μέλλον). Προτείνουν μάλλον ένα «αληθοφανές», αν και απίθανο,
σενάριο «για το οποίο υπάρχουν εύλογες ενδείξεις», έτσι ώστε «να
διερευνήσουν πιθανές συνέπειες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ» (σ.
5). Διαμορφώνουν το σενάριό τους σύμφωνα με ό,τι συνέβη πριν από
8.200 χρόνια, παρά στο πολύ χειρότερο γεγονός των Nεαρών Δρυάδων.
Στο σενάριό τους μια κατάρρευση της θερμοαλινής κυκλοφορίας προκαλεί
πτώση ως και 3,3οC (6οF) της μέσης επιφανειακής θερμοκρασίας στη
Βόρεια Ευρώπη, που συνοδεύεται από δριμεία πτώση της θερμοκρασίας σε
όλο το βόρειο Ατλαντικό, διάρκειας περίπου ενός αιώνα. Χαμηλότερες
θερμοκρασίες, άνεμοι και ξηρασία στον παγκόσμιο Βορρά συνοδεύονται
από αυξημένη ζέστη και ξηρασία στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου
κόσμου.
Η εικόνα που σχηματίζουν είναι αυτή της γεωργικής παρακμής και των
ακραίων καιρικών συνθηκών, που δοκιμάζουν την επάρκεια των πηγών
ενέργειας σε όλο τον πλανήτη. Οι σχετικά ευπορότεροι πληθυσμοί με
ικανούς φυσικούς πόρους και δυνατότητες παραγωγής τροφίμων, όπως οι
ΗΠΑ και η Αυστραλία, απεικονίζονται να χτίζουν «αμυντικά οχυρά» γύρω
τους για τον αποκλεισμό μαζικών κυμάτων πιθανών προσφύγων, ενώ
μεγάλο μέρος του κόσμου διολισθαίνει προς τον πόλεμο. «Η βία και η
ρήξη που πηγάζουν από τα δεινά που προκαλούν οι απότομες μεταβολές
στο κλίμα θέτουν ένα διαφορετικό τύπο απειλής στην εθνική ασφάλεια
απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Η στρατιωτική αντιπαράθεση
μπορεί να πυροδοτηθεί από μια απελπισμένη ανάγκη για φυσικούς
πόρους, όπως είναι η ενέργεια, τα τρόφιμα και το νερό, παρά από
συγκρούσεις σχετικές με ιδεολογίες, θρησκεία ή εθνική τιμή. Τα
μεταβαλλόμενα κίνητρα για αντιπαράθεση θα αλλάξουν το ποιες χώρες
είναι πλέον ευάλωτες, καθώς και το ποια θα είναι τα προειδοποιητικά
σημεία για απειλές στην ασφάλεια» (σ. 14). Καθώς η ικανότητα ανοχής
της Γης μειώνεται υπό τις σκληρές κλιματικές συνθήκες, οι συρράξεις
καθίστανται εκτεταμένες, δημιουργώντας αυξημένους κινδύνους
θερμοπυρηνικού πολέμου.
Για τους Σουάρτς και Ράνταλ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Η
ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να «προετοιμαστεί για τις αναπόφευκτες
συνέπειες μιας απότομης κλιματικής αλλαγής που θα έρθει πιθανότατα
[το μόνο ερώτημα είναι πότε] ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες
δραστηριότητες» (σ. 21). Αν το σενάριο που περιγράφουν είναι όντως
δρομολογημένο, είναι ήδη πολύ αργά για να γίνει κάτι ώστε να
σταματήσει. Αυτό που μπορεί να γίνει υπό αυτές τις συνθήκες είναι να
διασφαλιστεί ότι τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας είναι θεσμοθετημένα
ώστε να αποσοβηθούν οι πλέον καταστροφικές συνέπειες που θα
προκληθούν από την κοινωνική αστάθεια. Εφόσον αυτή η αναφορά
ανατέθηκε από το Πεντάγωνο, η έμφαση είναι στο πώς «θα δημιουργηθούν
σταθμά ευπάθειας», ώστε να καθοριστεί ποιες χώρες είναι πιθανόν να
χτυπηθούν σκληρότερα οικολογικά, οικονομικά και κοινωνικά, κι έτσι
να ωθηθούν στην κατεύθυνση του πολέμου. Τέτοια πληροφόρηση θα
καταστήσει δυνατό για τις ΗΠΑ να δράσουν για τα δικά τους συμφέροντα
ασφάλειας. Έτσι, ο σκοπός στη στενή του έννοια είναι η προστασία
του «οχυρού Αμερική» με κάθε κόστος.
Παρ' ότι υποτίθεται ότι ο οικολογικός αντίκτυπος θα χτυπήσει
σκληρότερα τον παγκόσμιο Βορρά, το σενάριο που παρατίθεται από την
αναφορά του Πενταγώνου ακολουθεί πεπατημένα ιδεολογικά μονοπάτια,
όσον αφορά την αστάθεια και τους πόλεμους, επικεντρώνοντας
περισσότερο στον παγκόσμιο Νότο. Η πιθανότητα ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ
μπορεί υπό τέτοιες συνθήκες να αποπειραθούν να καταλάβουν τα
παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου και άλλων φυσικών πόρων δεν
συζητείται στην αναφορά. Η αντίδραση των ΗΠΑ απεικονίζεται ως πλήρως
αμυντική, με επίκεντρο πρωτίστως την απόκρουση ανεπιθύμητων πιθανών
προσφύγων και την προσπάθεια να δημιουργήσει ατμόσφαιρα ειρήνης και
σταθερότητας σε έναν κόσμο με πολύ σκληρότερες παγκόσμιες συνθήκες.
Δεδομένου του περιεχομένου αυτής της αναφοράς, δεν προκαλεί
έκπληξη ότι, όταν δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο, προκάλεσε αρχικά
ανησυχία και εκτεταμένους φόβους. Τότε το Πεντάγωνο κινήθηκε γρήγορα
για να καθησυχάσει τον πανικό που πυροδότησε η αναφορά. Ο ίδιος ο
Μάρσαλ δήλωσε ότι η μελέτη του Πενταγώνου «αντικατοπτρίζει τα όρια
των επιστημονικών μοντέλων και πληροφόρησης όταν πρόκειται για την
πρόβλεψη των συνεπειών μιας απότομης κλιματικής υπερθέρμανσης». Παρ'
ότι υποστηρίζεται από «σημαντικές επιστημονικές ενδείξεις [ ] μεγάλο
μέρος των προβλέψεων αυτής της μελέτης δήλωσε ο Μάρσαλ παραμένει
εικασία». Στο μεταξύ, αξιωματούχοι του Πενταγώνου δήλωσαν ότι η
αναφορά περί απότομης κλιματικής αλλαγής, παρ' ότι ανατέθηκε από το
θρυλικό τους «Γιόντα», δεν είχε διαβιβαστεί στους ανωτέρους του
Marshall στο Υπουργείο ’μυνας, ούτε στην κυβέρνηση Μπους (San
Francisco Chronicle, 25 Φεβρουαρίου 2004? New York Times, 29
Φεβρουαρίου 2004).
Όμως η πραγματική σημασία του «An Abrupt Climate Change Scenario »
δεν βρίσκεται στην απήχησή του στους ανώτατους αξιωματικούς του
Πενταγώνου και πολύ λιγότερο στους οικολογικά άσχετους ανώτερούς
τους στο Λευκό Οίκο. Αντίθετα, η ιστορική της σημασία πηγάζει από τη
γενικότερη παραδοχή στην αρχή της αναφοράς ότι «εξαιτίας των πιθανά
ολέθριων συνεπειών, ο κίνδυνος της απότομης κλιματικής αλλαγής, παρ'
ότι αβέβαιος και πολύ πιθανά μάλλον μικρός, θα πρέπει να
αναβαθμιστεί, πέραν μιας απλής επιστημονικής αντιπαράθεσης, σε θέμα
εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ» (σ. 3). Είναι μικρή η μετάβαση από αυτή
την άποψη σε εκείνη που ασπάζεται ότι η φύση της απειλής απαιτεί να
ξεκινήσει μια διερεύνηση άλλων εναλλακτικών κοινωνικών λύσεων, πιο
ριζικών από το «βλέποντας και κάνοντας», η οποία πρέπει να
αναβαθμιστεί στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου.
Επιταχυνόμενη κλιματική αλλαγή
Εδώ είναι κρίσιμο να αναγνωρίσουμε ότι η απότομη κλιματική αλλαγή,
όπως αποτυπώνεται σήμερα από τους επιστήμονες, παρ' ότι η πλέον
δραματική, δεν είναι το μόνο πιθανό μη ομαλό αποτέλεσμα ως συνέπεια
της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι επιστήμονες είναι ακόμα
περισσότερο ανήσυχοι για μια πιθανή ανάδραση, που θα πολλαπλασιάσει
την υπερθέρμανση και θα επιταχύνει το ρυθμό της και την ταχύτητα με
την οποία υπερβαίνει τα διάφορα οικολογικά όρια. Σύμφωνα με τη
Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή στο «Climate Change
2001», «καθώς η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας
αυξάνεται, οι ωκεανοί και η ξηρά θα αναλάβουν ένα ελαττούμενο μέρος
της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα που προκαλείται από την
ανθρώπινη δραστηριότητα. H τελική επίδραση της κλιματικής ανάδρασης
της ξηράς και των ωκεανών, όπως αυτό καταδεικνύεται από τα μοντέλα,
είναι η αύξηση της προβλεπόμενης ατμοσφαιρικής συγκέντρωσης CO2,
λόγω της μείωσης της ικανότητας των ωκεανών αλλά και της ξηράς να
αναλάβουν CO2» (σ. 12). Ο υδρολογικός κύκλος (εξάτμιση, βροχή και
απορροή) θα μπορούσε να επιταχυνθεί ως αποτέλεσμα της υπερθέρμανσης,
οδηγώντας γρηγορότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Οι υδρατμοί, το
πλέον ισχυρό αέριο του φυσικού φαινόμενου του θερμοκηπίου, θα
μπορούσαν να παγιδεύσουν επιπλέον θερμότητα, αυξάνοντας το ρυθμό με
τον οποίο αυξάνονται οι μέσες επιφανειακές θερμοκρασίες. Το λιώσιμο
των πάγων, ισχυρών αλεξήλιων, και του χιονιού θα μπορούσε να έχει ως
αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη απορρόφηση ηλιακού φωτός, οδηγώντας
σε πρόσθετη υπερθέρμανση του πλανήτη. Η ικανότητα των δασών αλλά και
των ωκεανών να απορροφήσουν διοξείδιο του άνθρακα θα μπορούσε να
μειωθεί, δημιουργώντας ένα θετικό κύκλο ανάδρασης που θα επιταχύνει
την κλιματική αλλαγή. Όλα αυτά λαμβάνονται μέχρις ενός ορίου υπόψη
στην αναφορά της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή.
Αλλά, δεδομένου του βαθμού αβεβαιότητας, η πιθανότητα απροσδόκητων
εξελίξεων υπό αυτές τις περιστάσεις είναι πολύ μεγάλη.
Η γκρίζα πραγματικότητα είναι ότι τα πλέον απειλητικά σενάρια
αναφορικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη γίνονται όλο και πιο
αληθοφανή καθώς συνεχίζουν να συρρέουν τα στοιχεία. Τα επίπεδα του
διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα αυξήθηκαν με επιταχυνόμενους
ρυθμούς την περασμένη χρονιά. Η αύξηση κατά 3 μέρη ανά εκατομμύριο
ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την ετήσια αύξηση της τάξης των 12,8
μερών ανά εκατομμύριο που βιώσαμε μισό αιώνα νωρίτερα. Παρ' ότι
είναι πολύ νωρίς για να βεβαιωθούμε αν αυτό σημαίνει κάτι ή όχι
(μπορεί απλώς να αντικατοπτρίζει απλή ετήσια απόκλιση), το είδος των
ενδείξεων αυτών οδηγεί τους επιστήμονες στην ανησυχία ότι η ανάδραση
μπορεί ήδη να λαμβάνει χώρα, επιταχύνοντας το όλο πρόβλημα (New York
Times, 21 Mαρτίου 2004).
Καπιταλισμός και διοξείδιο του άνθρακα
Η καπιταλιστική οικονομία, αλλά και το παγκόσμιο κλίμα, αποτελούν
δυναμικά συστήματα. Η αβεβαιότητα σχετικά με την κλιματική αλλαγή
και τις οικονομικές συνέπειές της πηγάζει από την αλληλεπίδραση
αυτών των δύο περίπλοκων συστημάτων. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα
διότι και το κλιματικό σύστημα και η ανθρώπινη οικονομία αποτελούν
υποσύνολα της βιόσφαιρας και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με πολύ
περίπλοκους τρόπους με αμέτρητες άλλες βιοχημικές διαδικασίες.
Πολλές από αυτές τις άλλες βιοσφαιρικές διαδικασίες επίσης
μεταλλάσσονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Δεν είναι ασύνηθες για διάφορες αναλύσεις της κλιματικής αλλαγής
να προϋποθέτουν ότι η παγκόσμια οικονομία είναι κατά βάση υγιής,
εκτός από διαταραχές που θα μπορούσαν να επέλθουν από το κλίμα. Αυτό
όμως είναι λάθος και υποτιμά την οικονομική ευπάθεια πληθυσμών και
ολόκληρων κοινωνιών. Όπως γράφηκε μερικούς μόνο μήνες νωρίτερα,
σήμερα «ο μισός πληθυσμός της Γης ζει με λιγότερο από δύο δολάρια τη
μέρα, με το μεγαλύτερο μέρος αυτού να είναι είτε χρόνια υποσιτισμένο
είτε συνέχεια απασχολημένο με την εξασφάλιση του επόμενου γεύματος.
Πολλοί δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό (2 δισεκατομμύρια),
ηλεκτρισμό (2 δισεκατομμύρια) ή συνθήκες υγιεινής (2,5
δισεκατομμύρια)» (Fred Magdoff, «A Precarious Existence» «Μια
αβέβαιη ύπαρξη», Monthly Review, Φεβρουάριος 2004). Η οικονομική
ανάπτυξη επιβραδύνεται με τρόπους που έχουν εμβαθύνει την οικονομική
κρίση για τους ανθρώπινους πληθυσμούς. Την ίδια στιγμή η «οικονομία
της φύσης» έχει επίσης πρόβλημα όσον αφορά την πολυποικιλότητα της
ζωής στον πλανήτη. Υπάρχουν παντού οικονομικά και οικολογικά τρωτά
σημεία.
Για το Πεντάγωνο, η απάντηση σε όλους αυτούς τους κινδύνους
μοιάζει μάλλον ξεκάθαρη: εξοπλισμός σαν αστακός, προετοιμασία για
μεγαλύτερες από ποτέ απειλές θερμοπυρηνικού πολέμου και χτίσιμο ενός
αδιαπέραστου τείχους γύρω από τις ΗΠΑ, κλείνοντας τις παγκόσμιες
μάζες απέξω. Όλα αυτά περιγράφονται από τους Σουάρτς και Ράνταλ.
Όμως μια πιο λογική απάντηση στα πιθανά κλιματικά γεγονότα μεγάλου
αντίκτυπου θα ήταν η προσπάθεια αναδιοργάνωσης της κοινωνίας και η
απομάκρυνση από λογικές υπερσυγκέντρωσης, εκμετάλλευσης και
υποβιβασμού του φυσικού περιβάλλοντος (η φιλοσοφία τού «μετά από
εμένα το χάος»), που βρίσκονται στη ρίζα των περισσότερων πλανητικών
προβλημάτων μας.
Η αλήθεια είναι ότι η αντιμετώπιση της απειλής της υπερθέρμανσης
σε κάποιον αξιόλογο βαθμό θα απαιτούσε το λιγότερο ένα ροκάνισμα της
βάσης του συστήματος. Η πλειοψηφούσα επιστημονική άποψη σχετικά με
την υπερθέρμανση του πλανήτη εισηγείται ότι αυτό που χρειάζεται
είναι μείωση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της τάξης του 60%
με 80% από τα επίπεδα του 1990 μέσα στις επόμενες δεκαετίες, ώστε να
αποφευχθούν καταστροφικές οικολογικές συνέπειες μέχρι το τέλος του
αιώνα (αν όχι νωρίτερα). Η απειλητική φύση αυτών των περικοπών για
τις καπιταλιστικές οικονομίες είναι εμφανής από τη σημερινή, μάλλον
ατυχή, κατάσταση του Πρωτοκόλλου του Kυότο, που απαιτούσε από τις
πλούσιες βιομηχανικές χώρες να μειώσουν τις εκπομπές τους των αερίων
που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά μέσο όρο 5,2% από τα
επίπεδα του 1990 μέχρι το 2008-2012. Οι ΗΠΑ, που είχαν αυξήσει
σταθερά τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα από το 1990, παρ'
όλες τις επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις τους να μειώσουν τις εκπομπές
τους, αποσύρθηκαν από το Πρωτόκολλο του Κιότο το 2001 λόγω του ότι
κόστιζε πολύ. Όμως το Πρωτόκολλο του Κιότο δεν ήταν ποτέ τίποτα
παραπάνω από το πρώτο, μικρό, εντελώς ατελέσφορο από μόνο του βήμα
για τον περιορισμό των εκπομπών. Οι πραγματικά μεγάλες περικοπές θα
ακολουθούσαν αργότερα.
Ακόμα κι αν το Πρωτόκολλο του Κυότο εφαρμοζόταν (το μέλλον του
σήμερα είναι αβέβαιο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απόφαση
της Ρωσίας να συμβαδίσει με τη συμφωνία για το κλίμα), αυτό απλώς θα
προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερα ερωτήματα: Θα συμφωνήσουν οι πλούσιες
χώρες του παγκόσμιου Βορρά να περικόψουν τις εκπομπές τους στο βαθμό
που απαιτείται; Πώς μπορούν οι φτωχότερες χώρες του παγκόσμιου Νότου
να πειστούν να συμμετάσχουν στη συμφωνία για το κλίμα; Οι
περισσότερες από αυτές τις φτωχές χώρες (θύματα ακόμα του
ιμπεριαλισμού) θα είχαν λίγες ευκαιρίες να αναπτυχθούν οικονομικά αν
υποχρεώνονταν τώρα να περικόψουν δραστικά το μέσο επίπεδό τους των
κατά κεφαλή εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του
θερμοκηπίου. Εφόσον η ατμόσφαιρα δεν μπορεί να ανεχθεί αυξανόμενα
επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα και το μεγαλύτερο μέρος της
ικανότητάς της να το κάνει χωρίς υψηλά επίπεδα υπερθέρμανσης έχει
ήδη καταληφθεί από τις πλούσιες χώρες του Κέντρου, οι χώρες της
περιφέρειας θα έχουν μάλλον σοβαρούς περιορισμούς όσον αφορά τη
χρήση ορυκτών καυσίμων, εκτός αν οι χώρες του Κέντρου μειώσουν
δραστικά τα επίπεδα των εκπομπών τους (σε βαθμό 80% με 90%).
Οι χώρες του Τρίτου Κόσμου επιμένουν ότι ο Βορράς έχει ένα
οικολογικό χρέος προς το Νότο, που πηγάζει από την ιστορία του
οικολογικού ιμπεριαλισμού, και ότι ο μόνος τρόπος να αποκαταστήσουν
την αδικία και να δημιουργήσουν ένα δίκαιο και βιώσιμο κλιματικό
καθεστώς είναι να βασίσουν οποιαδήποτε λύση στις κατά κεφαλή
εκπομπές. Αυτή η θέση βασίζεται στην αναγνώριση ότι οι ΗΠΑ, για να
πάρουμε το πλέον κακόφημο παράδειγμα, εκπέμπουν 5,6 μετρικούς τόνους
διοξειδίου του άνθρακα κατά κεφαλή ανά έτος , ενώ όλος ο υπόλοιπος
κόσμος, εκτός των επτά πλουσιότερων βιομηχανικών χωρών (ΗΠΑ,
Καναδάς, Γερμανία, Βρετανία, Ιαπωνία, Ιταλία και Γαλλία), εκπέμπει
κατά μέσο όρο μόνο 0,7 τόνο διοξειδίου του άνθρακα κατά κεφαλή ανά
έτος . Ανισότητες αυτού του είδους αποτελούν σοβαρό εμπόδιο σε μια
εύρυθμη κλιματική μετάβαση και σημαίνουν ότι η απαραίτητη αλλαγή
πρέπει να είναι επαναστατική στη φύση της. Το μόνο δίκαιο και
βιώσιμο κλιματικό καθεστώς θα είναι αυτό όπου θα υπάρξει μια συστολή
των κατά κεφαλή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε επίπεδα που
μπορούν να τηρηθούν παγκοσμίως, συνοδευόμενη από μια σύγκλιση
πλούσιων και φτωχών χωρών γύρω από αυτά τα χαμηλά, παγκοσμίως
αποδεκτά επίπεδα εκπομπών. Αυτά τα ασφαλή κατά κεφαλή επίπεδα
εκπομπών θα πρέπει να είναι λιγότερο από το ένα δέκατο από ό,τι
εκπέμπει ο Βορράς κατά κεφαλή σήμερα. Κάποια εκτίμηση ισχυρίζεται
ότι «με βάση το στόχο για κλιματική σταθεροποίηση του 1990, όλοι
στον κόσμο θα πρέπει να έχουν μια κατά κεφαλή κατανομή άνθρακα της
τάξης του 0,4 τόνου περίπου ανά έτος» .
Προφανώς, η εξομοίωση των κατά κεφαλή εκπομπών σε χαμηλά επίπεδα
για όλες τις χώρες είναι κάτι που οι ΗΠΑ και οι άλλες χώρες στο
κέντρο του συστήματος δεν θα δεχτούν εύκολα. Όμως δεν μπορεί να
είναι αναμενόμενο ότι οι χώρες του Τρίτου Κόσμου, που χρειάζονται
απελπισμένα ανάπτυξη, θα παραιτηθούν από το δικαίωμα της ισότητας
στις κατά κεφαλή εκπομπές. Οποιαδήποτε προσπάθεια να επιβληθεί το
κύριο βάρος για την υπερθέρμανση του πλανήτη σε υπανάπτυκτες χώρες,
σύμφωνα με παλαιότερες ιμπεριαλιστικές πρακτικές, είναι έτσι
καταδικασμένη σε αποτυχία. Στο βαθμό που οι ΗΠΑ και άλλα ανεπτυγμένα
καπιταλιστικά κράτη προωθούν μια τέτοια στρατηγική, το μόνο που θα
καταφέρουν είναι να σπρώξουν τον κόσμο σε μια κατάσταση
βαρβαρότητας, υπονομεύοντας παράλληλα καταστροφικά τη σχέση του
ανθρώπου με τη βιόσφαιρα.
Η Νήσος του Πάσχα και η Γη
Για τους περιβαλλοντολόγους η καταστροφή της οικολογίας και του
πολιτισμού της Νήσου του Πάσχα γύρω στο 1400-1600 μ.Χ. αποτελεί από
καιρό μυστήριο και αλληγορία για την εποχή μας. Ξέρουμε σήμερα ότι
τα γιγαντιαία πέτρινα αγάλματα, η ανέγερση των οποίων οδήγησε στην
καταστροφή των δασών του νησιού και μαζί τους μιας ολόκληρης
οικολογικής ισορροπίας και ενός πολιτισμού, ήταν τα κύρια σύμβολα
της εξουσίας και του κύρους ανταγωνιζόμενων αρχηγών και των φυλών
τους. Όπως εξηγεί ο Τζάρεντ Ντάιμοντ (Jared Diamond) «το κύρος του
εκάστοτε αρχηγού εξαρτιόταν από τα αγάλματά του: οποιοσδήποτε
αρχηγός αποτύγχανε στο να κόψει δέντρα για τη μεταφορά και την
ανέγερση αγαλμάτων θα έψαχνε για δουλειά» . Λόγω αυτής της στενής
συγκεντρωτικής λογικής μιας πρώιμης ρουτίνας παραγωγής ανάλογης με
τη δική μας, οι κάτοικοι του νησιού οδήγησαν την οικολογία τους και
την κοινωνία τους στο χείλος της καταστροφής.
Οδηγούμαστε σε μια παρόμοια καταστροφή σήμερα σε πλανητικό
επίπεδο; Με τα λόγια του Ντάιμοντ πάλι: «Xάρη στην παγκοσμιοποίηση,
στο διεθνές εμπόριο, στα υπερηχητικά αεροπλάνα και στο Διαδίκτυο,
όλες οι χώρες της Γης σήμερα μοιράζονται πόρους και αλληλεπιδρούν,
όπως ακριβώς και οι έντεκα φυλές της Νήσου του Πάσχα. Η πολυνησιακή
Νήσος του Πάσχα ήταν τόσο απομονωμένη στον Ειρηνικό Ωκεανό όσο είναι
η Γη σήμερα στο Διάστημα. Όταν οι κάτοικοι της νήσου βρέθηκαν προ
δυσκολιών, δεν υπήρχε μέρος για να διαφύγουν ή για να ζητήσουν
βοήθεια. Έτσι και οι γήινοι δεν θα έχουμε πόρους από αλλού αν τα
προβλήματά μας αυξηθούν. Αυτοί είναι οι λόγοι που διάφοροι βλέπουν
την κατάρρευση της κοινωνίας της Νήσου του Πάσχα σαν αλληγορία, ένα
χείριστο σενάριο, για το τι μπορεί να μας περιμένει στο δικό μας
μέλλον».
Η κοινωνία της Νήσου του Πάσχα βρέθηκε σε περιπέτειες λόγω ενός
ταξικού συστήματος. Με το νησιωτικό κόσμο της όλο και περισσότερο
υπό οικολογική δοκιμασία, οι αρχηγοί και οι ιερείς ανατράπηκαν από
στρατιωτικούς ηγέτες και η κοινωνία βυθίστηκε στη βαρβαρότητα του
εμφύλιου πολέμου και ύστερα παράκμασε εντελώς. Και εδώ υπάρχει ένα
μάθημα για τους καιρούς μας: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ταξικό
σύστημα και να επαναδιοργανώσουμε την κοινωνία σύμφωνα με τις
ανάγκες όλων των κατοίκων της πριν μας καταλάβει η βαρβαρότητα.
Η αναφορά του Πενταγώνου βρίσκει άλλο νόημα εδώ. Περιέγραψε μια
απότομη κλιματική αλλαγή και μια κατάπτωση σε άσπονδους πολέμους.
Ήταν «επίτηδες ακραία». Αλλά, όπως καταδεικνύει η μοίρα της Νήσου
του Πάσχα, ίσως να μην ήταν αρκετά ακραία.
Μετά τιμής, Νικηταράς Γ. Δημήτρης Α, Ηλιούπολη
"
περιοδικού Monthly Review (Μηνιαία Επιθεώρηση) ,στο οποίο έχω την
τιμή να προσφέρω τις υπηρεσίες μου ως συνεργάτης από το πρώτο τεύχος
επανακυκλοφορίας του στην Ελλάδα τον Ιανουάριο 2005, δημοσίευσε στο
δεύτερο τεύχος του,Φεβρουάριος 2005, ένα άρθρο των Harry Magdoff,
John Bellamy Foster, Robert McChesney με θέμα : Tο Πεντάγωνο και η
κλιματική αλλαγή.
Το κείμενο είμαι μεγάλο και περιληπτικά σας παρουσιάζω τους πιο
σημαντικούς τίτλους που σχολιάζει,αφού ευχαριστήσω την εκδότρια Κα
Αλεξοπούλου για την παραχώρηση του κειμένου:
1)«Kατάρρευση του κλίματος: Ο καιρικός εφιάλτης του Πενταγώνου»,
Fortune, 9 Φεβρουαρίου 2004.
2)«Τώρα το Πεντάγωνο λέει στον Μπους: Η κλιματική αλλαγή θα μας
καταστρέψει"», Observer (Λονδίνο), 22 Φεβρουαρίου 2004.
3)«Κλιματολογική αναφορά του Πενταγώνου προκαλεί πανδαιμόνιο στην
Eυρώπη», San Francisco Chronicle, 25 Φεβρουαρίου 2004.
4)«Tο τέλος του κόσμου! Έτσι λέει το Χόλλυγουντ και, ναι, το
Πεντάγωνο», New York Times, 29 Φεβρουαρίου 2004.
Ελπίζω τουλάχιστον να προβληματίσει!
Οι απότομες κλιματικές αλλαγές είναι, εδώ και μία δεκαετία περίπου,
θέμα αυξανόμενης ανησυχίας για τους ερευνητές του κλίματος, οι
οποίοι φοβούνται ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα μπορούσε να
καταργήσει τον ωκεάνιο αγωγό που θερμαίνει το βόρειο Ατλαντικό,
βυθίζοντας την Ευρώπη και μέρη της Βόρειας Αμερικής σε συνθήκες
Σιβηρίας εντός μερικών δεκαετιών ή ακόμη και ετών. Αλλά η δημόσια
προσοχή καθηλώθηκε μόνο έπειτα από την πρόσφατη εμφάνιση μιας
αναφοράς του Πενταγώνου σχετικά με τις κοινωνικές συνέπειες όσον
αφορά αστάθεια και πολέμους μιας απότομης κλιματικής αλλαγής. Όπως
το θέτει ο Observer (22 Φεβρουαρίου), «η κλιματική αλλαγή τα επόμενα
20 χρόνια θα μπορούσε να οδηγήσει σε παγκόσμια καταστροφή, με κόστος
εκατομμύρια νεκρούς από πολέμους και φυσικές καταστροφές».
Πράγματι, μόλις έγινε γνωστή η αναφορά του Πενταγώνου του
Οκτωβρίου 2003 «An Abrupt Climate Change Scenario and its
Implications for United States National Security» («Ένα σενάριο
απότομης κλιματικής αλλαγής και οι επιπτώσεις της για την εθνική
ασφάλεια των ΗΠΑ»), η προβλέψιμη αντίδραση ήταν εκτεταμένος δημόσιος
συναγερμός, ειδικά στην Ευρώπη. Σε μια προσπάθεια να κατευνάσουν
αυτούς τους φόβους, αξιωματούχοι του Υπουργείου ’μυνας και οι
συγγραφείς της αναφοράς βγήκαν γρήγορα για να πουν ότι η όλη άσκηση
ήταν θεωρητική και «εσκεμμένα ακραία» και πως το όλο θέμα είχε
παρερμηνευθεί και εκτιμηθεί υπερβολικά από κάποια κομμάτια του Τύπου.
Ήταν λοιπόν ένα «πανδαιμόνιο» για το τίποτα, όπως υπαινίχθηκε το
San Francisco Chronicle, ή υπάρχουν κίνδυνοι συνδεδεμένοι με την
υπερθέρμανση του πλανήτη οι οποίοι δεν έχουν εκτιμηθεί δεόντως μέχρι
σήμερα; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα είναι απαραίτητο να
προσεγγιστεί το θέμα σε στάδια, εξετάζοντας πρώτα την υπερθέρμανση,
ύστερα τις απότομες κλιματικές αλλαγές και τους εγγενείς κοινωνικούς
κινδύνους και, τέλος, το πώς το υπάρχον σύστημα παραγωγής αποτελεί
εμπόδιο σε μια εύκολη λύση.
Yπερθέρμανση του πλανήτη: Πόσο άσχημα είναι τα πράγματα;
Mία φυσιολογική επίδραση του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι
ζωτική για την ατμόσφαιρα της Γης. Καθώς το διοξείδιο του άνθρακα,
το μεθάνιο και άλλα αέρια που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου
συσσωρεύονται στην ατμόσφαιρα, παγιδεύουν τη θερμότητα, η οποία σε
αντίθετη περίπτωση θα ακτινοβολούνταν στο Διάστημα. Αυτό το φυσικό
φαινόμενο του θερμοκηπίου, σε συνδυασμό με την εγγύτητα της Γης στον
ήλιο, εξυπηρετεί τη θέρμανση της Γης, καθιστώντας την κατοικήσιμη
για διάφορα είδη. Αλλά ήδη, ως αποτέλεσμα των αυξημένων αερίων που
προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου από την ανθρώπινη παραγωγή,
ειδικά την καύση ορυκτών καυσίμων, αυτό το ίδιο ζωογόνο φαινόμενο
του θερμοκηπίου ανεβάζει τις μέσες πλανητικές θερμοκρασίες όλο και
υψηλότερα. Η συγκέντρωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα
βρίσκεται σήμερα στο υψηλότερο επίπεδό της τα τελευταία 420.000
χρόνια, και πιθανόν τα τελευταία 20 εκατομμύρια χρόνια. Aύξηση της
στάθμης της θάλασσας, καύσωνες, καταστροφή των σπαρτών, κατακλυσμοί
και ξηρασίες και, γενικότερα, πιο ακραίες καιρικές συνθήκες πρέπει
να αναμένονται ως αποτέλεσμα αυξήσεων στη μέση θερμοκρασία του
πλανήτη.
Κάποιο μέρος της υπερθέρμανσης που θα βιώσουμε τις επόμενες
δεκαετίες είναι ήδη αναπόφευκτο. Tα αέρια που προκαλούν το φαινόμενο
του θερμοκηπίου έχουν ατμοσφαιρική διάρκεια ζωής δεκαετιών ως και
αιώνων. Ακόμα κι αν οι κοινωνίες πάψουν σήμερα τη χρήση ορυκτών
καυσίμων και σταματήσουν κάθε άλλη μορφή εκπομπής αερίων που
προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η συγκέντρωση τέτοιων αερίων
στην ατμόσφαιρα θα προκαλέσει πιθανότατα μια επιπλέον αύξηση της
θερμοκρασίας της τάξης του 0,5οC (0,9οF). Ενώ, αν δεν κάνουμε τίποτα
για να περιορίσουμε τέτοιες εκπομπές, η μέση παγκόσμια θερμοκρασία
επιφανείας θα μπορούσε θεωρητικά να αυξηθεί ως και 5,8οC (10,4οF)
μεταξύ του 1990 και του 2100, υπερβαίνοντας τη μεταβολή στη μέση
θερμοκρασία που μας χωρίζει από την τελευταία εποχή των παγετώνων.
Oρισμένοι ενημερωμένοι επιστήμονες αναμένουν σήμερα ότι η αύξηση στη
μέση παγκόσμια θερμοκρασία μεταξύ 1990-2100 θα μείνει κάτω από τους
2οC (3,6oF), ακόμα και με την πλέον συντονισμένη κοινωνική δράση
μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες. Ο κύριος φόβος σήμερα είναι ότι η
αύξηση της παγκόσμιας θερμοκρασίας θα είναι δύο ή τρεις φορές
μεγαλύτερη αν η ανθρώπινη κοινωνία παραμένει ανίκανη να δράσει
αποφασιστικά .
Η υπερθέρμανση αναμένεται στις επόμενες δεκαετίες να είναι
αυξανόμενος παράγοντας στην εξαφάνιση ειδών, ο ρυθμός της οποίας
σήμερα είναι μεγαλύτερος από κάθε άλλη φορά από την εξαφάνιση των
δεινόσαυρων πριν από 65 εκατομμύρια χρόνια. Τα φυτά και τα ζωικά
είδη ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα στις ορεινές περιοχές όλου του
πλανήτη καθώς συντελείται η υπερθέρμανση. Αλλά τα βουνά έχουν ένα
όριο. Κατά συνέπεια, τα είδη που καταλαμβάνουν τα ανώτατα οικολογικά
καταφύγια είναι πλέον σε διαδικασία «ανάληψης στα ουράνια» . Δεν
ξέρουμε πόσα ακόμα είδη θα έχουν την ίδια μοίρα στη διάρκεια αυτού
του αιώνα. Αλλά ξέρουμε σίγουρα ότι τα είδη της Γης γενικότερα θα
επηρεαστούν μαζικά, ότι η βιολογική πολυποικιλία θα συνεχίσει να
μειώνεται και ότι, αν δεν κάνουμε κάτι και η μέση παγκόσμια
θερμοκρασία αυξηθεί στα ανώτερα όρια που οι προεξάρχοντες
μετεωρολόγοι θεωρούν πιθανά μέχρι το έτος 2100, αυτό θα μπορούσε να
αποβεί καταστροφικό, απειλώντας σοβαρά τα οικοσυστήματα και
αποσταθεροποιώντας την ανθρώπινη κοινωνία.
Κι όμως, τα κυρίαρχα οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα και οι
ελίτ που είναι συνδεδεμένες μαζί τους μας λένε να μην ανησυχούμε.
Μην ασχολείστε με την απειλή που αντιμετωπίζουν τα άλλα είδη. Η
ανθρώπινη κοινωνία, μας λένε συχνά, είναι διαφορετική. Μπορεί να
εξελίσσεται αστραπιαία μέσω οικονομικών και τεχνολογικών μέσων, κι
έτσι να προσαρμόζεται στην υπερθέρμανση, η οποία από τη σκοπιά της
μπορεί να θεωρείται σαν αργή, «βαθμιαία» αλλαγή. Αυτό που συχνά
προβάλλεται για την παγκόσμια κοινωνία είναι αυξημένη δυσφορία, παρά
μαζική κοινωνική αναταραχή και αποδιοργάνωση. Οι ορθόδοξοι
οικονομολόγοι γενικά προειδοποιούν ότι δεν πρέπει να κάνουμε τίποτα
που μπορεί να περιορίσει την οικονομική ανάπτυξη. Αντίθετα, θεωρούν
ότι η μόνη απάντηση βρίσκεται σε μια πιο εύρωστη οικονομία, που θα
μας προσπορίσει περισσότερα μέσα για την αντιμετώπιση μελλοντικών
δυσχερειών.
Απότομη κλιματική αλλαγή
Όμως υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύουμε ότι το να έχουμε τόση
πίστη στην οικονομική ανάπτυξη και στην τεχνολογική εξέλιξη ως
απάντηση στην υπερθέρμανση του πλανήτη είναι μυωπικό και αφελές.
Υπάρχει εκτεταμένη αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσο μπορεί η
ανθρώπινη κοινωνία όντως να αντέξει τέτοια «βαθμιαία» κλιματική
αλλαγή εφόσον τα ανθρώπινα όντα είναι και τα ίδια μέρος της φύσης
και εξαρτώνται με πολλούς τρόπους από τον περιβάλλοντα κόσμο. Αλλά
το πρόβλημα δεν σταματά εκεί. Οι επιστήμονες θέτουν σήμερα το πλέον
ανησυχητικό ερώτημα μιας απότομης κλιματικής αλλαγής, δηλαδή μιας
αλλαγής κλίματος τόσο μεγάλης και αιφνιδιαστικής μεταβαλλόμενης
δραματικά εντός ετών, αντί δεκαετιών ή αιώνων, που θα είχε με
βεβαιότητα καταστροφικές συνέπειες για την ανθρώπινη κοινωνία.
Η απότομη κλιματική αλλαγή θεωρείται συχνά ως μια μεταβολή που
οφείλεται σε βαθμιαία αίτια που οδηγούν στην παραβίαση κάποιου
ορίου, προκαλώντας μια ξαφνική μετάβαση σε μια καινούργια κατάσταση
όπου η μετάβαση καθορίζεται από το ίδιο το κλιματικό σύστημα και
λαμβάνει χώρα με ρυθμό πολύ μεγαλύτερο από την αρχική αιτία .
Τέτοιες αλλαγές έχουν συμβεί πλείστες φορές στην ιστορία, με μια από
τις πιο έντονες αυτή της απότομης ψύξης των Nεαρών Δρυάδων (που πήρε
το όνομά της από ένα αρκτικό αγριολούλουδο που άκμασε στο κλίμα τής
τότε εποχής), που άρχισε πριν από 12.700 χρόνια και διάρκεσε 1.300
χρόνια, διαταράσσοντας τη θερμότητα που σχετίζεται με το τέλος της
τελευταίας εποχής των παγετώνων. Μια μικρότερης κλίμακας περίπτωση
απότομης κλιματικής αλλαγής έλαβε χώρα πριν από 8.200 χρόνια και
διάρκεσε περίπου έναν αιώνα. Σύμφωνα με το χειρότερο από τα τρέχοντα
πιθανά σενάρια, τέτοια «απότομη κλιματική αλλαγή» θα μπορούσε να
συμβεί κάποια στιγμή μέσα στις επόμενες δύο δεκαετίες παρόλο που
αυτό θεωρείται ακόμα από τους επιστήμονες μάλλον απίθανο.
Η απότομη κλιματική αλλαγή πιστεύεται ότι προκαλείται από τη
διαταραχή της θερμοαλινής κυκλοφορίας (από τις λέξεις «θέρμη»
και «άλας»), ενός ωκεάνιου αγωγού που μεταφέρει ζεστά αλμυρά τροπικά
νερά βόρεια του Aτλαντικού, με βόρειο βραχίονα το Ρεύμα του Κόλπου,
και μετά στρέφεται νότια. Όταν φτάνει στο βόρειο Ατλαντικό, η
θερμότητα από αυτά τα θερμότερα νερά απελευθερώνεται στην
ατμόσφαιρα, δημιουργώντας ηπιότερους χειμώνες από αυτούς που θα
υπήρχαν σε διαφορετική περίπτωση σε αυτά τα πλάτη και επιτρέποντας
στα πυκνά επιφανειακά ύδατα να ψυχραίνονται και να βυθίζονται. Αυτό
αντλεί επιπλέον θερμότερο αλμυρό νερό από το Νότο, βοηθώντας τη
συνεχή λειτουργία του αγωγού. Έτσι οι διαφορές στην πυκνότητα των
ωκεάνιων υδάτων που σχετίζονται με το αλατούχο περιεχόμενο κρατούν
σε λειτουργία αυτό τον ωκεάνιο αγωγό. Η απότομη κλιματική αλλαγή
προκαλείται από περιορισμό ή κατάρρευση της θερμοαλινής κυκλοφορίας,
που οφείλεται σε αυξημένες εκβολές ποταμών, λιώσιμο των πάγων και
μεταβολές στη βροχόπτωση όλα εκ των οποίων προκαλούν την αύξηση
της παροχής γλυκού νερού στο βόρειο Ατλαντικό. Καθώς η
περιεκτικότητα σε αλάτι των ωκεάνιων υδάτων μειώνεται, μπορεί να
συμβεί ένας δραματικός περιορισμός ή και πλήρης κατάρρευση της
θερμοαλινής κυκλοφορίας. Θεωρείται ότι το φαινόμενο αυτό
πυροδοτείται εν δυνάμει από την τρέχουσα υπερθέρμανση του πλανήτη.
Σύμφωνα με τη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή του
ΟΗΕ (Intergovernmental Panel on Climate Change), στο «Climate Change
2001» («Κλιματική Αλλαγή 2001»), «πέραν του 2100, η θερμοαλινή
κυκλοφορία θα μπορούσε να διακοπεί εντελώς, και πιθανόν μη
αναστρέψιμα, σε κάποιο από τα δύο ημισφαίρια» αν η υπερθέρμανση του
πλανήτη είναι «αρκετά ευρεία και μακροχρόνια» (σ. 16).
Δύο βασικά σενάρια είναι άξια προσοχής: 1) Αν ο ωκεάνιος αγωγός
επιβραδυνθεί ή καταρρεύσει μέσα στις δύο επόμενες δεκαετίες, μπορεί
να ψυχράνει την περιοχή του βόρειου Ατλαντικού ως και κατά 5οC
(9οF), δημιουργώντας πολύ βαρύτερους χειμώνες. 2) Αν όμως ο αγωγός
επιβραδυνθεί σε διάρκεια ενός αιώνα, η πτώση της θερμοκρασίας στο
βόρειο Ατλαντικό μπορεί προσωρινά να συμψηφιστεί με την αύξηση της
θερμοκρασίας που σχετίζεται με το ενισχυμένο φαινόμενο του
θερμοκηπίου (όμως, μόλις αποκατασταθεί η θερμοαλινή κυκλοφορία,
το «οφειλόμενο» φορτίο ζέστης θα μπορούσε να επανέλθει εντός μιας
δεκαετίας). Το δεύτερο από αυτά τα δύο σενάρια θεωρείται πολύ
πιθανότερο. Όμως πρόσφατες επιστημονικές μελέτες,
συμπεριλαμβανόμενης μιας σημαντικής αναφοράς από την Eθνική Aκαδημία
Eπιστημών (National Academy of Sciences) το 2002, έχουν τονίσει ότι
η θερμοαλινή κυκλοφορία θα μπορούσε να μειωθεί πολύ γρήγορα, με
αποτέλεσμα μια απότομη κλιματική αλλαγή στις αρχές αυτού του αιώνα,
που, παρ' ότι θεωρείται απίθανη, δεν μπορεί και να αποκλειστεί
εντελώς. Επιβεβαιώνοντας, φαίνεται, αυτούς τους φόβους, μια αναφορά
του 2002 στο Nature διαπίστωσε ότι ο βόρειος Aτλαντικός γλυκαίνει
δραματικά για 40 χρόνια, ενώ άλλη αναφορά ένα χρόνο νωρίτερα
επισήμανε ότι ο ωκεάνιος αγωγός μπορεί ήδη να επιβραδύνεται .
Ενώπιον των αβέβαιων κινδύνων από ένα τέτοιο γεγονός «μικρής μεν
πιθανότητας, μεγάλου δε αντικτύπου», οι επιστήμονες που σχετίζονται
με τη μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών πρότειναν να λάβει η
κοινωνία όποια μέτρα μπορεί, εκτός αυτών που κοστίζουν υπερβολικά
πολύ, για την προστασία της έναντι ενός τέτοιου ακραίου
αποτελέσματος. «Aν μια κατάρρευση συνέβαινε άμεσα παρατηρεί στο Two-
Mile Time Machine (H μηχανή των δύο μιλίων) ο Ρίτσαρντ ’λλεϋ
(Richard Alley), που προέδρευσε της επιστημονικής ομάδας που εξέδωσε
τη μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών θα μπορούσε να προκαλέσει
ένα μεγάλο γεγονός, ίσως τόσο μεγάλο όσο οι Nεαρές Δρυάδες,
μειώνοντας τις βόρειες θερμοκρασίες και εξαπλώνοντας ξηρασίες πολύ
μεγαλύτερες από τις αλλαγές που έχουν επηρεάσει τον άνθρωπο καθ' όλη
τη διάρκεια της καταγεγραμμένης ιστορίας, επιταχύνοντας ίσως την
υπερθέρμανση στον απώτερο Νότο. Το τέλος της ανθρωπότητας; Όχι. Μια
δύσκολη περίοδος για την ανθρωπότητα; Ναι!».
Το Πεντάγωνο αναβαθμίζει την απειλή
Η ιστορία πίσω από την αναφορά του Πενταγώνου για την απότομη
κλιματική αλλαγή είναι σχεδόν τόσο συναρπαστική όσο το περιεχόμενο
της ίδιας της αναφοράς. Η μελέτη της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών
πέρασε από το γραφείο του ’ντριου Μάρσαλ (Andrew Marshall),
διευθυντή του Γραφείου Αποτίμησης του Πενταγώνου. Ο Μάρσαλ, που έχει
δουλέψει για κάθε υπουργό ’μυνας από την εποχή του Τζέιμς Σλέσιντζερ
(James Schlesinger) τη δεκαετία του '70, είναι ένας
μνημειώδης «σοφός», γνωστός στο Πεντάγωνο ως «Γιόντα». Όταν
χρειάζεται κάποιον να σκεφτεί για σημαντικά θέματα, το Υπουργείο
’μυνας στρέφεται στον Μάρσαλ. Το πιο διάσημο επίτευγμά του ήταν η
προώθηση της πυραυλικής άμυνας. Ο Μάρσαλ ήταν που ενέκρινε την
επιχορήγηση 100.000 δολαρίων στους Πήτερ Σουάρτς (Peter Schwartz)
και Ντόου Ράνταλ (Dough Randall) του Global Business Network για να
αναλύσουν την απότομη κλιματική αλλαγή για το Πεντάγωνο. Ο σκοπός
ήταν προφανώς να οραματιστούν οι οικονομικοί μελλοντολόγοι τις
πιθανές συνέπειες μιας τέτοιας απότομης κλιματικής αλλαγής, εφόσον
αυτοί θα ήταν στην καλύτερη θέση για να πιθανολογήσουν επί των
οικονομικών και κοινωνικών παρενεργειών μιας τέτοιας καταστροφικής
εξέλιξης, κι έτσι να την αναβαθμίσουν σε μείζον ζήτημα για το
Πεντάγωνο.
Η επιλογή του Σουάρτς γι' αυτό το καθήκον ήταν έκπληξη, εφόσον
ήταν ήδη γνωστός για το βιβλίο του The Long Boom (Η μακροχρόνια
ανάπτυξη, 1999). Τη δεκαετία του 1990 ήταν εξωτερικός συντάκτης για
το περιοδικό Wired. Μαζί με τον Πήτερ Λάυντεν (Peter Lyden), έναν
παλαιό συντάκτη του περιοδικού, και τον Τζο Χάυατ (Joe Hyatt) του
πανεπιστημίου Στάνφορντ, συνέλαβε την ιδέα ότι η «νέα οικονομία»,
βασισμένη στη σημερινή υψηλή ηλεκτρονική τεχνολογία, είχε τάση προς
μια μακροχρόνια οικονομική ανάπτυξη διάρκειας από το 1980 μέχρι
τουλάχιστον το 2020. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου η
οικονομία, υποστήριζαν στο βιβλίο, απλώς «θα μεγάλωνε περισσότερο»,
βασισμένη στο μοντέλο της «νέας οικονομίας», με την πρωτοπορία των
HΠA και παγκόσμια ανάπτυξη της τάξης «πιθανόν ακόμα και του 6%» (σ.
226). H πρώτη εκδοχή αυτής της θέσης στο άρθρο τους στο Wired για τη
μακροχρόνια ανάπτυξη παρουσιάστηκε τον Ιούλιο του 1997 και έκανε
αίσθηση. Το άρθρο, μαζί με το βιβλίο που ακολούθησε δύο χρόνια
αργότερα, αποτέλεσε την πλέον ακραία έκφανση της μεγάλης ευφορίας
στην αλλαγή της χιλιετίας. Σύμφωνα με τον Σουάρτς και τους
συνεργάτες του, οι οποίοι παρερμήνευσαν χονδροειδώς τις κύριες
οικονομικές τάσεις της εποχής, η οικονομία των ΗΠΑ εκτοξεύτηκε καθ'
όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 και είχε μεγάλες πιθανότητες
να επιταχυνθεί περαιτέρω μετά το 2000. Όμως αυτή η μυθολογία
της «νέας οικονομίας» έλαβε τέλος με το σκάσιμο της
κερδοσκοπικής «φούσκας» και τη δραματική πτώση του χρηματιστηρίου το
2000, που ακολουθήθηκε από ύφεση το 2001, αργούς ρυθμούς ανάπτυξης
και αποτελμάτωση της αγοράς εργασίας από τότε. Και όμως, ήταν στον
Σουάρτς, στον αποτυχημένο προφήτη της μακροχρόνιας ανάπτυξης
της «νέας οικονομίας», που στράφηκε ο Μάρσαλ για τη δραματοποίηση
των επιπτώσεων μιας απότομης κλιματικής αλλαγής .
Το «An Abrupt Climate Change Scenario and its Implications for
United States National Security», των Σουάρτς και Ράνταλ, αρχίζει
αμφισβητώντας τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται συνήθως η
κλιματική αλλαγή: «Όταν οι περισσότεροι αναλογιζόμαστε την κλιματική
αλλαγή, φανταζόμαστε βαθμιαίες αυξήσεις της θερμοκρασίας και μόνο
περιφερειακές αλλαγές σε άλλες κλιματικές συνθήκες, που συνεχίζουν
αενάως ή και εξομαλύνονται κάποια στιγμή στο μέλλον. Η κοινή
πεποίθηση είναι ότι ο σημερινός πολιτισμός είτε θα προσαρμοστεί σε
όποιες καιρικές συνθήκες αντιμετωπίσουμε είτε προσπάθειες όπως αυτές
που περιλαμβάνονται στο Πρωτόκολλο του Κιότο θα είναι αρκετές για να
αποσοβήσουν τις επιπτώσεις. H Διακυβερνητική Eπιτροπή για την
Kλιματική Aλλαγή περιγράφει ότι η απειλή τής βαθμιαίας κλιματικής
αλλαγής και οι συνέπειές της στα αποθέματα τροφίμων και σε άλλους
σημαντικούς πόρους δεν θα είναι τόσο σοβαρή ώστε να προκαλέσει
κινδύνους σε ζητήματα ασφάλειας. Οι αισιόδοξοι βεβαιώνουν ότι τα
οφέλη από τις τεχνολογικές καινοτομίες θα έρθουν γρηγορότερα από τις
αρνητικές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
»Κλιματολογικά, η άποψη για το μέλλον υποθέτει ότι η γεωργία θα
συνεχίσει να ευδοκιμεί και οι καλλιεργήσιμες εποχές θα επιμηκυνθούν.
Η Βόρεια Ευρώπη, η Ρωσία και η Βόρεια Αμερική θα ευημερούν αγροτικά,
ενώ η Νότια Ευρώπη, η Αφρική και η Κεντρική και η Νότια Αμερική θα
υποφέρουν από αυξανόμενη ξηρασία, ζέστη, ελλείψεις νερού και
μειωμένη παραγωγή. Στο σύνολό της, σύμφωνα με πολλά κλιματολογικά
σενάρια, η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων αυξάνεται» (σ. 4).
Οι Σουάρτς και Ράνταλ αντιτίθενται σε τέτοιες εφησυχαστικές
απόψεις για την υπερθέρμανση του πλανήτη, επιμένοντας ότι δεν
λαμβάνουν αρκετά υπόψη τους τις ασυνέχειες που μπορεί να προκύψουν
καθώς η υπερθέρμανση προκαλεί την υπέρβαση κάποιων οριακών
καταστάσεων. Για παράδειγμα, συχνότερες ξηρασίες θα μπορούσαν να
έχουν καταστροφικές και αθροιστικές συνέπειες. Κι εδώ όμως τα
χειρότερα από μια τέτοια βαθμιαία υπερθέρμανση θεωρείται ότι αφορούν
κυρίως τις φτωχότερες χώρες του παγκόσμιου Nότου, παρά τις
πλουσιότερες χώρες του παγκόσμιου Βορρά (της κύριας πηγής εκπομπών
διοξειδίου του άνθρακα). Αυτή η άποψη ενθαρρύνει μια στάση απραξίας
ή ημιμέτρων στα βόρεια κέντρα της παγκόσμιας εξουσίας.
Η απότομη κλιματική αλλαγή αλλάζει την εικόνα δραματικά. Μια
τέτοια αλλαγή θα δημιουργούσε καταστροφικές συνθήκες για την
ανθρώπινη κοινωνία? και αντί να χτυπήσουν πρωτίστως τον παγκόσμιο
Νότο, οι άμεσες συνέπειες ενδεχόμενης κατάρρευσης του θερμοαλινού
αγωγού θα επηρεάσουν τον παγκόσμιο Bορρά ειδικά τις χώρες που
συνορεύουν με το βόρειο Ατλαντικό. Οι Schwartz και Randall
ξεκαθαρίζουν ότι δεν προβλέπουν όντως μια τέτοια απότομη κλιματική
αλλαγή στο εγγύς μέλλον (παρ' ότι είναι σίγουρο ότι θα συμβεί στο
απώτερο μέλλον). Προτείνουν μάλλον ένα «αληθοφανές», αν και απίθανο,
σενάριο «για το οποίο υπάρχουν εύλογες ενδείξεις», έτσι ώστε «να
διερευνήσουν πιθανές συνέπειες για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ» (σ.
5). Διαμορφώνουν το σενάριό τους σύμφωνα με ό,τι συνέβη πριν από
8.200 χρόνια, παρά στο πολύ χειρότερο γεγονός των Nεαρών Δρυάδων.
Στο σενάριό τους μια κατάρρευση της θερμοαλινής κυκλοφορίας προκαλεί
πτώση ως και 3,3οC (6οF) της μέσης επιφανειακής θερμοκρασίας στη
Βόρεια Ευρώπη, που συνοδεύεται από δριμεία πτώση της θερμοκρασίας σε
όλο το βόρειο Ατλαντικό, διάρκειας περίπου ενός αιώνα. Χαμηλότερες
θερμοκρασίες, άνεμοι και ξηρασία στον παγκόσμιο Βορρά συνοδεύονται
από αυξημένη ζέστη και ξηρασία στο μεγαλύτερο μέρος του υπόλοιπου
κόσμου.
Η εικόνα που σχηματίζουν είναι αυτή της γεωργικής παρακμής και των
ακραίων καιρικών συνθηκών, που δοκιμάζουν την επάρκεια των πηγών
ενέργειας σε όλο τον πλανήτη. Οι σχετικά ευπορότεροι πληθυσμοί με
ικανούς φυσικούς πόρους και δυνατότητες παραγωγής τροφίμων, όπως οι
ΗΠΑ και η Αυστραλία, απεικονίζονται να χτίζουν «αμυντικά οχυρά» γύρω
τους για τον αποκλεισμό μαζικών κυμάτων πιθανών προσφύγων, ενώ
μεγάλο μέρος του κόσμου διολισθαίνει προς τον πόλεμο. «Η βία και η
ρήξη που πηγάζουν από τα δεινά που προκαλούν οι απότομες μεταβολές
στο κλίμα θέτουν ένα διαφορετικό τύπο απειλής στην εθνική ασφάλεια
απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Η στρατιωτική αντιπαράθεση
μπορεί να πυροδοτηθεί από μια απελπισμένη ανάγκη για φυσικούς
πόρους, όπως είναι η ενέργεια, τα τρόφιμα και το νερό, παρά από
συγκρούσεις σχετικές με ιδεολογίες, θρησκεία ή εθνική τιμή. Τα
μεταβαλλόμενα κίνητρα για αντιπαράθεση θα αλλάξουν το ποιες χώρες
είναι πλέον ευάλωτες, καθώς και το ποια θα είναι τα προειδοποιητικά
σημεία για απειλές στην ασφάλεια» (σ. 14). Καθώς η ικανότητα ανοχής
της Γης μειώνεται υπό τις σκληρές κλιματικές συνθήκες, οι συρράξεις
καθίστανται εκτεταμένες, δημιουργώντας αυξημένους κινδύνους
θερμοπυρηνικού πολέμου.
Για τους Σουάρτς και Ράνταλ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: Η
ανθρώπινη κοινωνία πρέπει να «προετοιμαστεί για τις αναπόφευκτες
συνέπειες μιας απότομης κλιματικής αλλαγής που θα έρθει πιθανότατα
[το μόνο ερώτημα είναι πότε] ανεξάρτητα από τις ανθρώπινες
δραστηριότητες» (σ. 21). Αν το σενάριο που περιγράφουν είναι όντως
δρομολογημένο, είναι ήδη πολύ αργά για να γίνει κάτι ώστε να
σταματήσει. Αυτό που μπορεί να γίνει υπό αυτές τις συνθήκες είναι να
διασφαλιστεί ότι τα απαραίτητα μέτρα ασφάλειας είναι θεσμοθετημένα
ώστε να αποσοβηθούν οι πλέον καταστροφικές συνέπειες που θα
προκληθούν από την κοινωνική αστάθεια. Εφόσον αυτή η αναφορά
ανατέθηκε από το Πεντάγωνο, η έμφαση είναι στο πώς «θα δημιουργηθούν
σταθμά ευπάθειας», ώστε να καθοριστεί ποιες χώρες είναι πιθανόν να
χτυπηθούν σκληρότερα οικολογικά, οικονομικά και κοινωνικά, κι έτσι
να ωθηθούν στην κατεύθυνση του πολέμου. Τέτοια πληροφόρηση θα
καταστήσει δυνατό για τις ΗΠΑ να δράσουν για τα δικά τους συμφέροντα
ασφάλειας. Έτσι, ο σκοπός στη στενή του έννοια είναι η προστασία
του «οχυρού Αμερική» με κάθε κόστος.
Παρ' ότι υποτίθεται ότι ο οικολογικός αντίκτυπος θα χτυπήσει
σκληρότερα τον παγκόσμιο Βορρά, το σενάριο που παρατίθεται από την
αναφορά του Πενταγώνου ακολουθεί πεπατημένα ιδεολογικά μονοπάτια,
όσον αφορά την αστάθεια και τους πόλεμους, επικεντρώνοντας
περισσότερο στον παγκόσμιο Νότο. Η πιθανότητα ότι οι ίδιες οι ΗΠΑ
μπορεί υπό τέτοιες συνθήκες να αποπειραθούν να καταλάβουν τα
παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου και άλλων φυσικών πόρων δεν
συζητείται στην αναφορά. Η αντίδραση των ΗΠΑ απεικονίζεται ως πλήρως
αμυντική, με επίκεντρο πρωτίστως την απόκρουση ανεπιθύμητων πιθανών
προσφύγων και την προσπάθεια να δημιουργήσει ατμόσφαιρα ειρήνης και
σταθερότητας σε έναν κόσμο με πολύ σκληρότερες παγκόσμιες συνθήκες.
Δεδομένου του περιεχομένου αυτής της αναφοράς, δεν προκαλεί
έκπληξη ότι, όταν δημοσιοποιήθηκε τον Φεβρουάριο, προκάλεσε αρχικά
ανησυχία και εκτεταμένους φόβους. Τότε το Πεντάγωνο κινήθηκε γρήγορα
για να καθησυχάσει τον πανικό που πυροδότησε η αναφορά. Ο ίδιος ο
Μάρσαλ δήλωσε ότι η μελέτη του Πενταγώνου «αντικατοπτρίζει τα όρια
των επιστημονικών μοντέλων και πληροφόρησης όταν πρόκειται για την
πρόβλεψη των συνεπειών μιας απότομης κλιματικής υπερθέρμανσης». Παρ'
ότι υποστηρίζεται από «σημαντικές επιστημονικές ενδείξεις [ ] μεγάλο
μέρος των προβλέψεων αυτής της μελέτης δήλωσε ο Μάρσαλ παραμένει
εικασία». Στο μεταξύ, αξιωματούχοι του Πενταγώνου δήλωσαν ότι η
αναφορά περί απότομης κλιματικής αλλαγής, παρ' ότι ανατέθηκε από το
θρυλικό τους «Γιόντα», δεν είχε διαβιβαστεί στους ανωτέρους του
Marshall στο Υπουργείο ’μυνας, ούτε στην κυβέρνηση Μπους (San
Francisco Chronicle, 25 Φεβρουαρίου 2004? New York Times, 29
Φεβρουαρίου 2004).
Όμως η πραγματική σημασία του «An Abrupt Climate Change Scenario »
δεν βρίσκεται στην απήχησή του στους ανώτατους αξιωματικούς του
Πενταγώνου και πολύ λιγότερο στους οικολογικά άσχετους ανώτερούς
τους στο Λευκό Οίκο. Αντίθετα, η ιστορική της σημασία πηγάζει από τη
γενικότερη παραδοχή στην αρχή της αναφοράς ότι «εξαιτίας των πιθανά
ολέθριων συνεπειών, ο κίνδυνος της απότομης κλιματικής αλλαγής, παρ'
ότι αβέβαιος και πολύ πιθανά μάλλον μικρός, θα πρέπει να
αναβαθμιστεί, πέραν μιας απλής επιστημονικής αντιπαράθεσης, σε θέμα
εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ» (σ. 3). Είναι μικρή η μετάβαση από αυτή
την άποψη σε εκείνη που ασπάζεται ότι η φύση της απειλής απαιτεί να
ξεκινήσει μια διερεύνηση άλλων εναλλακτικών κοινωνικών λύσεων, πιο
ριζικών από το «βλέποντας και κάνοντας», η οποία πρέπει να
αναβαθμιστεί στο προσκήνιο του δημόσιου διαλόγου.
Επιταχυνόμενη κλιματική αλλαγή
Εδώ είναι κρίσιμο να αναγνωρίσουμε ότι η απότομη κλιματική αλλαγή,
όπως αποτυπώνεται σήμερα από τους επιστήμονες, παρ' ότι η πλέον
δραματική, δεν είναι το μόνο πιθανό μη ομαλό αποτέλεσμα ως συνέπεια
της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι επιστήμονες είναι ακόμα
περισσότερο ανήσυχοι για μια πιθανή ανάδραση, που θα πολλαπλασιάσει
την υπερθέρμανση και θα επιταχύνει το ρυθμό της και την ταχύτητα με
την οποία υπερβαίνει τα διάφορα οικολογικά όρια. Σύμφωνα με τη
Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή στο «Climate Change
2001», «καθώς η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα της ατμόσφαιρας
αυξάνεται, οι ωκεανοί και η ξηρά θα αναλάβουν ένα ελαττούμενο μέρος
της εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα που προκαλείται από την
ανθρώπινη δραστηριότητα. H τελική επίδραση της κλιματικής ανάδρασης
της ξηράς και των ωκεανών, όπως αυτό καταδεικνύεται από τα μοντέλα,
είναι η αύξηση της προβλεπόμενης ατμοσφαιρικής συγκέντρωσης CO2,
λόγω της μείωσης της ικανότητας των ωκεανών αλλά και της ξηράς να
αναλάβουν CO2» (σ. 12). Ο υδρολογικός κύκλος (εξάτμιση, βροχή και
απορροή) θα μπορούσε να επιταχυνθεί ως αποτέλεσμα της υπερθέρμανσης,
οδηγώντας γρηγορότερα σε υψηλότερες θερμοκρασίες. Οι υδρατμοί, το
πλέον ισχυρό αέριο του φυσικού φαινόμενου του θερμοκηπίου, θα
μπορούσαν να παγιδεύσουν επιπλέον θερμότητα, αυξάνοντας το ρυθμό με
τον οποίο αυξάνονται οι μέσες επιφανειακές θερμοκρασίες. Το λιώσιμο
των πάγων, ισχυρών αλεξήλιων, και του χιονιού θα μπορούσε να έχει ως
αποτέλεσμα την ακόμη μεγαλύτερη απορρόφηση ηλιακού φωτός, οδηγώντας
σε πρόσθετη υπερθέρμανση του πλανήτη. Η ικανότητα των δασών αλλά και
των ωκεανών να απορροφήσουν διοξείδιο του άνθρακα θα μπορούσε να
μειωθεί, δημιουργώντας ένα θετικό κύκλο ανάδρασης που θα επιταχύνει
την κλιματική αλλαγή. Όλα αυτά λαμβάνονται μέχρις ενός ορίου υπόψη
στην αναφορά της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή.
Αλλά, δεδομένου του βαθμού αβεβαιότητας, η πιθανότητα απροσδόκητων
εξελίξεων υπό αυτές τις περιστάσεις είναι πολύ μεγάλη.
Η γκρίζα πραγματικότητα είναι ότι τα πλέον απειλητικά σενάρια
αναφορικά με την υπερθέρμανση του πλανήτη γίνονται όλο και πιο
αληθοφανή καθώς συνεχίζουν να συρρέουν τα στοιχεία. Τα επίπεδα του
διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα αυξήθηκαν με επιταχυνόμενους
ρυθμούς την περασμένη χρονιά. Η αύξηση κατά 3 μέρη ανά εκατομμύριο
ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την ετήσια αύξηση της τάξης των 12,8
μερών ανά εκατομμύριο που βιώσαμε μισό αιώνα νωρίτερα. Παρ' ότι
είναι πολύ νωρίς για να βεβαιωθούμε αν αυτό σημαίνει κάτι ή όχι
(μπορεί απλώς να αντικατοπτρίζει απλή ετήσια απόκλιση), το είδος των
ενδείξεων αυτών οδηγεί τους επιστήμονες στην ανησυχία ότι η ανάδραση
μπορεί ήδη να λαμβάνει χώρα, επιταχύνοντας το όλο πρόβλημα (New York
Times, 21 Mαρτίου 2004).
Καπιταλισμός και διοξείδιο του άνθρακα
Η καπιταλιστική οικονομία, αλλά και το παγκόσμιο κλίμα, αποτελούν
δυναμικά συστήματα. Η αβεβαιότητα σχετικά με την κλιματική αλλαγή
και τις οικονομικές συνέπειές της πηγάζει από την αλληλεπίδραση
αυτών των δύο περίπλοκων συστημάτων. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα
διότι και το κλιματικό σύστημα και η ανθρώπινη οικονομία αποτελούν
υποσύνολα της βιόσφαιρας και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με πολύ
περίπλοκους τρόπους με αμέτρητες άλλες βιοχημικές διαδικασίες.
Πολλές από αυτές τις άλλες βιοσφαιρικές διαδικασίες επίσης
μεταλλάσσονται από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Δεν είναι ασύνηθες για διάφορες αναλύσεις της κλιματικής αλλαγής
να προϋποθέτουν ότι η παγκόσμια οικονομία είναι κατά βάση υγιής,
εκτός από διαταραχές που θα μπορούσαν να επέλθουν από το κλίμα. Αυτό
όμως είναι λάθος και υποτιμά την οικονομική ευπάθεια πληθυσμών και
ολόκληρων κοινωνιών. Όπως γράφηκε μερικούς μόνο μήνες νωρίτερα,
σήμερα «ο μισός πληθυσμός της Γης ζει με λιγότερο από δύο δολάρια τη
μέρα, με το μεγαλύτερο μέρος αυτού να είναι είτε χρόνια υποσιτισμένο
είτε συνέχεια απασχολημένο με την εξασφάλιση του επόμενου γεύματος.
Πολλοί δεν έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό (2 δισεκατομμύρια),
ηλεκτρισμό (2 δισεκατομμύρια) ή συνθήκες υγιεινής (2,5
δισεκατομμύρια)» (Fred Magdoff, «A Precarious Existence» «Μια
αβέβαιη ύπαρξη», Monthly Review, Φεβρουάριος 2004). Η οικονομική
ανάπτυξη επιβραδύνεται με τρόπους που έχουν εμβαθύνει την οικονομική
κρίση για τους ανθρώπινους πληθυσμούς. Την ίδια στιγμή η «οικονομία
της φύσης» έχει επίσης πρόβλημα όσον αφορά την πολυποικιλότητα της
ζωής στον πλανήτη. Υπάρχουν παντού οικονομικά και οικολογικά τρωτά
σημεία.
Για το Πεντάγωνο, η απάντηση σε όλους αυτούς τους κινδύνους
μοιάζει μάλλον ξεκάθαρη: εξοπλισμός σαν αστακός, προετοιμασία για
μεγαλύτερες από ποτέ απειλές θερμοπυρηνικού πολέμου και χτίσιμο ενός
αδιαπέραστου τείχους γύρω από τις ΗΠΑ, κλείνοντας τις παγκόσμιες
μάζες απέξω. Όλα αυτά περιγράφονται από τους Σουάρτς και Ράνταλ.
Όμως μια πιο λογική απάντηση στα πιθανά κλιματικά γεγονότα μεγάλου
αντίκτυπου θα ήταν η προσπάθεια αναδιοργάνωσης της κοινωνίας και η
απομάκρυνση από λογικές υπερσυγκέντρωσης, εκμετάλλευσης και
υποβιβασμού του φυσικού περιβάλλοντος (η φιλοσοφία τού «μετά από
εμένα το χάος»), που βρίσκονται στη ρίζα των περισσότερων πλανητικών
προβλημάτων μας.
Η αλήθεια είναι ότι η αντιμετώπιση της απειλής της υπερθέρμανσης
σε κάποιον αξιόλογο βαθμό θα απαιτούσε το λιγότερο ένα ροκάνισμα της
βάσης του συστήματος. Η πλειοψηφούσα επιστημονική άποψη σχετικά με
την υπερθέρμανση του πλανήτη εισηγείται ότι αυτό που χρειάζεται
είναι μείωση στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της τάξης του 60%
με 80% από τα επίπεδα του 1990 μέσα στις επόμενες δεκαετίες, ώστε να
αποφευχθούν καταστροφικές οικολογικές συνέπειες μέχρι το τέλος του
αιώνα (αν όχι νωρίτερα). Η απειλητική φύση αυτών των περικοπών για
τις καπιταλιστικές οικονομίες είναι εμφανής από τη σημερινή, μάλλον
ατυχή, κατάσταση του Πρωτοκόλλου του Kυότο, που απαιτούσε από τις
πλούσιες βιομηχανικές χώρες να μειώσουν τις εκπομπές τους των αερίων
που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου κατά μέσο όρο 5,2% από τα
επίπεδα του 1990 μέχρι το 2008-2012. Οι ΗΠΑ, που είχαν αυξήσει
σταθερά τις εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα από το 1990, παρ'
όλες τις επαναλαμβανόμενες υποσχέσεις τους να μειώσουν τις εκπομπές
τους, αποσύρθηκαν από το Πρωτόκολλο του Κιότο το 2001 λόγω του ότι
κόστιζε πολύ. Όμως το Πρωτόκολλο του Κιότο δεν ήταν ποτέ τίποτα
παραπάνω από το πρώτο, μικρό, εντελώς ατελέσφορο από μόνο του βήμα
για τον περιορισμό των εκπομπών. Οι πραγματικά μεγάλες περικοπές θα
ακολουθούσαν αργότερα.
Ακόμα κι αν το Πρωτόκολλο του Κυότο εφαρμοζόταν (το μέλλον του
σήμερα είναι αβέβαιο και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την απόφαση
της Ρωσίας να συμβαδίσει με τη συμφωνία για το κλίμα), αυτό απλώς θα
προκαλούσε ακόμα μεγαλύτερα ερωτήματα: Θα συμφωνήσουν οι πλούσιες
χώρες του παγκόσμιου Βορρά να περικόψουν τις εκπομπές τους στο βαθμό
που απαιτείται; Πώς μπορούν οι φτωχότερες χώρες του παγκόσμιου Νότου
να πειστούν να συμμετάσχουν στη συμφωνία για το κλίμα; Οι
περισσότερες από αυτές τις φτωχές χώρες (θύματα ακόμα του
ιμπεριαλισμού) θα είχαν λίγες ευκαιρίες να αναπτυχθούν οικονομικά αν
υποχρεώνονταν τώρα να περικόψουν δραστικά το μέσο επίπεδό τους των
κατά κεφαλή εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του
θερμοκηπίου. Εφόσον η ατμόσφαιρα δεν μπορεί να ανεχθεί αυξανόμενα
επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα και το μεγαλύτερο μέρος της
ικανότητάς της να το κάνει χωρίς υψηλά επίπεδα υπερθέρμανσης έχει
ήδη καταληφθεί από τις πλούσιες χώρες του Κέντρου, οι χώρες της
περιφέρειας θα έχουν μάλλον σοβαρούς περιορισμούς όσον αφορά τη
χρήση ορυκτών καυσίμων, εκτός αν οι χώρες του Κέντρου μειώσουν
δραστικά τα επίπεδα των εκπομπών τους (σε βαθμό 80% με 90%).
Οι χώρες του Τρίτου Κόσμου επιμένουν ότι ο Βορράς έχει ένα
οικολογικό χρέος προς το Νότο, που πηγάζει από την ιστορία του
οικολογικού ιμπεριαλισμού, και ότι ο μόνος τρόπος να αποκαταστήσουν
την αδικία και να δημιουργήσουν ένα δίκαιο και βιώσιμο κλιματικό
καθεστώς είναι να βασίσουν οποιαδήποτε λύση στις κατά κεφαλή
εκπομπές. Αυτή η θέση βασίζεται στην αναγνώριση ότι οι ΗΠΑ, για να
πάρουμε το πλέον κακόφημο παράδειγμα, εκπέμπουν 5,6 μετρικούς τόνους
διοξειδίου του άνθρακα κατά κεφαλή ανά έτος , ενώ όλος ο υπόλοιπος
κόσμος, εκτός των επτά πλουσιότερων βιομηχανικών χωρών (ΗΠΑ,
Καναδάς, Γερμανία, Βρετανία, Ιαπωνία, Ιταλία και Γαλλία), εκπέμπει
κατά μέσο όρο μόνο 0,7 τόνο διοξειδίου του άνθρακα κατά κεφαλή ανά
έτος . Ανισότητες αυτού του είδους αποτελούν σοβαρό εμπόδιο σε μια
εύρυθμη κλιματική μετάβαση και σημαίνουν ότι η απαραίτητη αλλαγή
πρέπει να είναι επαναστατική στη φύση της. Το μόνο δίκαιο και
βιώσιμο κλιματικό καθεστώς θα είναι αυτό όπου θα υπάρξει μια συστολή
των κατά κεφαλή εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα σε επίπεδα που
μπορούν να τηρηθούν παγκοσμίως, συνοδευόμενη από μια σύγκλιση
πλούσιων και φτωχών χωρών γύρω από αυτά τα χαμηλά, παγκοσμίως
αποδεκτά επίπεδα εκπομπών. Αυτά τα ασφαλή κατά κεφαλή επίπεδα
εκπομπών θα πρέπει να είναι λιγότερο από το ένα δέκατο από ό,τι
εκπέμπει ο Βορράς κατά κεφαλή σήμερα. Κάποια εκτίμηση ισχυρίζεται
ότι «με βάση το στόχο για κλιματική σταθεροποίηση του 1990, όλοι
στον κόσμο θα πρέπει να έχουν μια κατά κεφαλή κατανομή άνθρακα της
τάξης του 0,4 τόνου περίπου ανά έτος» .
Προφανώς, η εξομοίωση των κατά κεφαλή εκπομπών σε χαμηλά επίπεδα
για όλες τις χώρες είναι κάτι που οι ΗΠΑ και οι άλλες χώρες στο
κέντρο του συστήματος δεν θα δεχτούν εύκολα. Όμως δεν μπορεί να
είναι αναμενόμενο ότι οι χώρες του Τρίτου Κόσμου, που χρειάζονται
απελπισμένα ανάπτυξη, θα παραιτηθούν από το δικαίωμα της ισότητας
στις κατά κεφαλή εκπομπές. Οποιαδήποτε προσπάθεια να επιβληθεί το
κύριο βάρος για την υπερθέρμανση του πλανήτη σε υπανάπτυκτες χώρες,
σύμφωνα με παλαιότερες ιμπεριαλιστικές πρακτικές, είναι έτσι
καταδικασμένη σε αποτυχία. Στο βαθμό που οι ΗΠΑ και άλλα ανεπτυγμένα
καπιταλιστικά κράτη προωθούν μια τέτοια στρατηγική, το μόνο που θα
καταφέρουν είναι να σπρώξουν τον κόσμο σε μια κατάσταση
βαρβαρότητας, υπονομεύοντας παράλληλα καταστροφικά τη σχέση του
ανθρώπου με τη βιόσφαιρα.
Η Νήσος του Πάσχα και η Γη
Για τους περιβαλλοντολόγους η καταστροφή της οικολογίας και του
πολιτισμού της Νήσου του Πάσχα γύρω στο 1400-1600 μ.Χ. αποτελεί από
καιρό μυστήριο και αλληγορία για την εποχή μας. Ξέρουμε σήμερα ότι
τα γιγαντιαία πέτρινα αγάλματα, η ανέγερση των οποίων οδήγησε στην
καταστροφή των δασών του νησιού και μαζί τους μιας ολόκληρης
οικολογικής ισορροπίας και ενός πολιτισμού, ήταν τα κύρια σύμβολα
της εξουσίας και του κύρους ανταγωνιζόμενων αρχηγών και των φυλών
τους. Όπως εξηγεί ο Τζάρεντ Ντάιμοντ (Jared Diamond) «το κύρος του
εκάστοτε αρχηγού εξαρτιόταν από τα αγάλματά του: οποιοσδήποτε
αρχηγός αποτύγχανε στο να κόψει δέντρα για τη μεταφορά και την
ανέγερση αγαλμάτων θα έψαχνε για δουλειά» . Λόγω αυτής της στενής
συγκεντρωτικής λογικής μιας πρώιμης ρουτίνας παραγωγής ανάλογης με
τη δική μας, οι κάτοικοι του νησιού οδήγησαν την οικολογία τους και
την κοινωνία τους στο χείλος της καταστροφής.
Οδηγούμαστε σε μια παρόμοια καταστροφή σήμερα σε πλανητικό
επίπεδο; Με τα λόγια του Ντάιμοντ πάλι: «Xάρη στην παγκοσμιοποίηση,
στο διεθνές εμπόριο, στα υπερηχητικά αεροπλάνα και στο Διαδίκτυο,
όλες οι χώρες της Γης σήμερα μοιράζονται πόρους και αλληλεπιδρούν,
όπως ακριβώς και οι έντεκα φυλές της Νήσου του Πάσχα. Η πολυνησιακή
Νήσος του Πάσχα ήταν τόσο απομονωμένη στον Ειρηνικό Ωκεανό όσο είναι
η Γη σήμερα στο Διάστημα. Όταν οι κάτοικοι της νήσου βρέθηκαν προ
δυσκολιών, δεν υπήρχε μέρος για να διαφύγουν ή για να ζητήσουν
βοήθεια. Έτσι και οι γήινοι δεν θα έχουμε πόρους από αλλού αν τα
προβλήματά μας αυξηθούν. Αυτοί είναι οι λόγοι που διάφοροι βλέπουν
την κατάρρευση της κοινωνίας της Νήσου του Πάσχα σαν αλληγορία, ένα
χείριστο σενάριο, για το τι μπορεί να μας περιμένει στο δικό μας
μέλλον».
Η κοινωνία της Νήσου του Πάσχα βρέθηκε σε περιπέτειες λόγω ενός
ταξικού συστήματος. Με το νησιωτικό κόσμο της όλο και περισσότερο
υπό οικολογική δοκιμασία, οι αρχηγοί και οι ιερείς ανατράπηκαν από
στρατιωτικούς ηγέτες και η κοινωνία βυθίστηκε στη βαρβαρότητα του
εμφύλιου πολέμου και ύστερα παράκμασε εντελώς. Και εδώ υπάρχει ένα
μάθημα για τους καιρούς μας: Πρέπει να αντιμετωπίσουμε το ταξικό
σύστημα και να επαναδιοργανώσουμε την κοινωνία σύμφωνα με τις
ανάγκες όλων των κατοίκων της πριν μας καταλάβει η βαρβαρότητα.
Η αναφορά του Πενταγώνου βρίσκει άλλο νόημα εδώ. Περιέγραψε μια
απότομη κλιματική αλλαγή και μια κατάπτωση σε άσπονδους πολέμους.
Ήταν «επίτηδες ακραία». Αλλά, όπως καταδεικνύει η μοίρα της Νήσου
του Πάσχα, ίσως να μην ήταν αρκετά ακραία.
Μετά τιμής, Νικηταράς Γ. Δημήτρης Α, Ηλιούπολη
"

Comment