Η σημερινή....
Ας μάθουμε- θυμηθούμε:
Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι
Η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος καθιερώθηκε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στη Στοκχόλμη στις 13 Ιουνίου 1972, με σκοπό να αφυπνίσει τους πολίτες σχετικά με τα ζητήματα του περιβάλλοντος και να εντείνει το ενδιαφέρον και τις δράσεις σε πολιτικό επίπεδο.
Ως είθισται, σε κάθε τέτοια επέτειο οι παγκόσμιοι οργανισμοί που εμπλέκονται δίδουν και ένα σύνθημα. Το φετινό σύνθημα είναι «Κλότσησε τις συνήθειές σου! Προχώρα σε μια οικονομία με λιγότερο άνθρακα» («Kick the Habit! Towards a Low Carbon Economy»).
Ουσιαστικά, αυτό που λέει φέτος το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών είναι η ευχή να απεξαρτηθούμε από τον άνθρακα και το πετρέλαιο. Είναι κάτι το οποίο η επιστημονική κοινότητα επιζητεί από πολλά χρόνια, διότι η πλανητική αλλαγή, στην οποία συμμετέχει και η ανθρώπινη παρέμβαση, έχει αποδειχθεί επικίνδυνη για την επιβίωση των μελλοντικών γενεών του ανθρώπινου γένους.
Η ευχή την οποία έχουν εκφράσει οι επιστήμονες είναι η πλήρης απαλλαγή και η αναζήτηση νέων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Δυστυχώς, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει και μάλιστα μέχρι πέρσι υπήρξε τόσο μεγάλη παραπληροφόρηση σχετικά με την αλήθεια της αποσταθεροποίησης του κλίματος ώστε οι πολιτικοί να εμφανίζονται και αυτοί διχασμένοι παγκοσμίως, αλλά και για διάφορους οικονομικούς λόγους ο καθένας σχετικά με την ανάγκη ή όχι λήψης μέτρων για να μειωθούν τα αποτελέσματα της ανθρωπογενούς παρέμβασης στο κλίμα.
Είναι χαρακτηριστικό εδώ να αναφέρουμε ότι το έτος 2007 χαρακτηρίστηκε από σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν η έκθεση του Sir Stern, η οποία έδειξε ότι οι οικονομικές συνέπειες της αποσταθεροποίησης του κλίματος παγκοσμίως μπορούν να ανέλθουν σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Δεύτερον, η απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης εξ ημισείας στη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή και στον τ. αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Al Gore.
Η ύψιστη αυτή συλλογική διάκριση αναθέρμανε το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη λήψη μέτρων σταθεροποίησης του κλίματος. Δυστυχώς, τα μέτρα αυτά δεν συνοδεύονται και από την αναγκαία περιβαλλοντική παιδεία και την περιβαλλοντική ηθική, η οποία θα έπρεπε να τα υποστηρίζει.
Συγκεκριμένα, μολονότι η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αποδείξει έμπρακτα την επιθυμία της να συμβάλει στη σταθεροποίηση του κλίματος, πολύ λίγα έχει κάνει για να διδάξει τον αφυπνιζόμενο οικονομικό γίγαντα της ΝΑ Ασίας ώστε να αποφύγει να επαναλάβει τα λάθη που έκανε η Δύση.
Ωθούμε τη διεθνή κοινότητα στη λογική της συνεχιζόμενης εξάρτησης από το σύστημα εμπορίας και εξαγοράς δικαιωμάτων των αερίων του θερμοκηπίου, ενώ η όλη προσπάθεια, πιστεύω, θα έπρεπε να επικεντρωθεί στον προσδιορισμό των νέων «εμιράτων» ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε όλη τη Γη.
Το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η εξοικονόμηση ενέργειας από όλους μας, όπως και η εξοικονόμηση όλων των φυσικών πόρων, με κυρίαρχους τους υδάτινους πόρους.
Επίσης, κυρίαρχο θα έπρεπε να είναι το μείζον πρόβλημα της διαχείρισης στερεών - υγρών αποβλήτων και της ανακύκλωσης, όπως επιβάλλει αυτό που εγώ ονομάζω από πολλά χρόνια «ορθή περιβαλλοντική παιδεία», κάτω από τη σκέπη μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής ηθικής.
Αυτά είναι απαραίτητα να γίνουν γιατί από τις πολεμικές συγκρούσεις που γίνονταν και γίνονται για το πετρέλαιο οδηγούμεθα σε συγκρούσεις που γίνονται και θα γίνονται για το ύδωρ και για τη σίτιση.
Διότι, δυστυχώς, αυτοί που υφίστανται τις συνέπειες κατ' εξοχήν και αποτελούν μια μεγάλη πλειοψηφία του πλανήτη μας συμμετέχουν στην αποσταθεροποίηση του κλίματος μόλις κατά 3% ή και λιγότερο.
Ας μη συνεχίσουμε, λοιπόν, την ηθική περιβαλλοντική διάβρωση, αλλά ας οδηγηθεί η ανθρωπότητα σε έναν νέο δρόμο αλλάζοντας πράγματι τις συνήθειες και την καθημερινή μας ζωή σε μια ζωή υπεύθυνη απέναντι στο υποβαθμιζόμενο από εμάς περιβάλλον και απέναντι στις γενιές που μας έρχονται.
Θα θυμίσω το ρητό που είναι η βάση της περιβαλλοντικής ηθικής, το οποίο είπε ο μέγας Μαχάτμα Γκάντι: «Η Γη μπορεί να τους θρέψει όλους, όμως δεν μπορεί να τους ικανοποιήσει όλους».
Λιγότερες βροχές και κυρίως χιόνια, αλλά και έντονες καταιγίδες είναι τα αντιφατικά καιρικά φαινόμενα που συνοδεύουν τις κλιματικές αλλαγές. Για ορισμένους επιστήμονες αυτός ο ιδιότυπος κύκλος του νερού αποτελεί το ασφαλέστερο «καμπανάκι» για τους επερχόμενους κινδύνους, που γίνονται εντονότεροι στην περίπτωση της Ελλάδας.
Με ετήσιο ύψος βροχών της τάξης των 849 χιλιοστών, η Ελλάδα βρίσκεται στην 11η θέση του πίνακα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κατατάσεται στη 12η με βάση τους διαθέσιμους υδατικούς πόρους. Ομως με τις προβλέψεις των ειδικών ότι αν συνεχιστούν οι σημερινοί ρυθμοί αύξησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ώς το 2050 η θερμοκρασία θα ανεβεί κατά 2-3 βαθμούς Κελσίου, θα έχουμε αρνητικές επιπτώσεις στα επίπεδα βροχόπτωσης (κατακρήμνιση), με μεγαλύτερες απώλειες λόγω εξάτμισης (εξατμισοδιαπνοή), ενώ αλυσιδωτές θα είναι οι αλλαγές στην επιφανειακή απορροή, στην υγρασία του εδάφους, στα υπόγεια νερά και γενικά στο υδατικό ισοζύγιο κάθε περιοχής του πλανήτη.
Στοιχεία της επιτροπής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή αναφέρουν ότι για το 2080 η μέση αύξηση της θερμοκρασίας στη βόρεια Ευρώπη θα κινηθεί από 1,7 έως 2,4 βαθμούς πάνω από τα επίπεδα του 1990. Στη νότια Ευρώπη όμως θα είναι υψηλότερη, από 3,2 έως και 4 βαθμούς, ενώ ειδικά στη χώρα μας προβλέπεται αύξηση κατά 3,5 βαθμούς.
Αυτό μετραφράζεται σε μείωση των βροχοπτώσεων στη γηραιά ήπειρο κατά 7-10%, όπου στις βόρειες χώρες συνεπάγεται αύξηση κατά 8-9%, ενώ στις νότιες μείωση από 9-42%. Στην Ελλάδα η προβλεπόμενη μείωση των βροχών θα είναι της τάξης του 27% και οι διαθέσιμες ποσότητες νερού θα περιοριστούν από 10 έως και 25%.
Τα σημαντικότερα ποτάμια που κινούνται αποκλειστικά εντός των ελληνικών συνόρων (Αχελώος, Αώος, Αλιάκμονας και Πηνειός) θα γνωρίσουν μεγάλες αλλαγές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους τομείς που εξαρτώνται από τα νερά τους.
Το ελληνικό υδρολογικό παράδοξο, όπως προκύπτει από τις μακροχρόνιες μετρήσεις του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Διαχείρισης Υδατικών Πόρων του Ε.Μ.Πολυτεχνείου, οφείλεται στην άνιση κατανομή ανάμεσα στα αποθέματα και τη ζήτηση. Στη δυτική Ελλάδα κυμαίνεται από 878 έως και 1.318 χιλιοστά, ενώ στην ανατολική ζώνη, όπου σημειώνονται οι περισσότερες και σοβαρότερες πλημμύρες, είναι από 410 έως 807 χιλοστά.
Στην Αττική η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι 400 χιλιοστά και η ύδρευση λύνεται τις τελευταίες δεκαετίες με μεταφορά νερού από τη Δυτική Ελλάδα. Ελλειμματική σε νερό είναι ήδη η Κρήτη καθώς και τα νησιά του Αιγαίου, όπου αν δεν ληφθούν από τώρα μέτρα, στα επόμενα χρόνια θα πουν το «νερό νεράκι».
Η καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Μαρία Μιμίκου, πρόεδρος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών και διευθύντρια του εργαστηρίου, μας εξηγεί ότι σημείο-κλειδί για τη χώρα μας είναι η σωστή εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Δίνει έμφαση στον αγροτικό τομέα, όπου απορροφάται το 86% των διαθέσιμων αποθεμάτων και καταγράφονται απώλειες της τάξης του 80%! «Καλύτερες πολιτικές για τα συστήματα άρδευσης και προώθηση καλλιεργειών ανάλογα με τα υδατικά διαθέσιμα κάθε περιοχής» είναι οι λύσεις που προτείνει, σε συνδυασμό με την ενημέρωση των αγροτών σε θέματα διαχείρισης των νερών. «Για να βελτιωθεί η κατάσταση των υδατικών πόρων χρειάζεται αλλαγή φιλοσοφίας, που αφορά τις Αρχές αλλά και τους πολίτες», υπογραμμίζει η κ. Μιμίκου, που θεωρεί ότι η σωστή τιμολόγηση του νερού αποτελεί βασικό εργαλείο στη διαχείριση των υδατικών πόρων, που είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.
Σημείο-κλειδί είναι τα υπόγεια αποθέματα νερού που, σύμφωνα με το ΙΓΜΕ, αγγίζουν τα 3,5 δισ. κυβικά τον χρόνο. Ο αριθμός των γεωτρήσεων υπολογίζεται σε 270.000 και μόνο στην περιοχή της Θεσσαλίας εξασφαλίζουν 500-550 εκατ. κυβικά τον χρόνο. Το 48% των υπόγειων νερών θεωρείται καλής ποιότητας, αλλά το 17% χαρακτηρίζεται άχρηστο λόγω ρύπανσης ή επειδή είναι υφάλμυρο.
Αιτίες γι' αυτή την κατάσταση είναι η γειτνίαση με ρυπογόνες μονάδες, η ανεξέλεγκτη απόρριψη επικίνδυνων υγρών και η συνεχιζόμενη λειτουργία χωματερών μέσα σε περιοχές με πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι στα υπόγεια νερά είναι δύσκολος ο εντοπισμός της πηγής της ρύπανσης, ενώ ο ρύπος μπορεί να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα έως και μια δεκαετία. * *
Οι μεγάλες πυρκαγιές στην Αττική από το 1981
Περισσσότερα από 285.000 στρέμματα πρασίνου εξαφανίστηκαν από την Αττική τα τελευταία 27 χρόνια. Χρειάστηκαν μόνο οκτώ μεγάλες πυρκαγιές, από το 1981 μέχρι το περσινό καλοκαίρι, για να μετατρέψουν το λεκανοπέδιο σε κρανίου τόπο. Ολες οι φωτιές μπήκαν σε περιοχές «φιλέτα». Ολες κηρύχτηκαν αναδασωτέες. Σε όλες ανακατεύτηκαν οι διάφοροι συνεταιρισμοί, ιδιώτες ή Εκκλησία και στις περισσότερες οι καμένες εκτάσεις έγιναν προέκταση του οικιστικού ιστού.
1981 Κοκκιναράς Κάηκαν 6.125 στρέμματα, ενώ θρηνήσαμε και τρεις νεκρούς. Το 1996 η Εκκλησία είχε προσπαθήσει να βγάλει μέρος της έκτασης στο σφυρί.
1982 Διόνυσος
Κάηκαν 13.600 στρέμματα, περισσότερα από 40 σπίτια και δυο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Σήμερα ευτυχώς ένα μεγάλο μέρος καλύπτεται και πάλι από πράσινο και μεγάλα δέντρα
1992
Αυλώνας
Περισσότερα από 67.000 στρέμματα γίνονται στάχτη στην πυρκαγιά που ξεκίνησε από τη χωματερή του Αυλώνα και έφτασε μέχρι τον Ωρωπό.
1993
Αγ. Στέφανος
Κάηκαν 11.000 στρέμματα δασικής και θαμνώδους έκτασης. Σήμερα, έπειτα από 15 χρόνια, ο οικισμός έχει επεκταθεί γεωμετρικά
1995
Πεντέλη Η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά στο Πεντελικό όρος έκαψε 57.000 στρέμματα. Το πευκοδάσος γίνεται στάχτη και οι δεκάδες διεκδικητές αρχίζουν τις αιτιάσεις.
1998 Πεντέλη Το δεύτερο χτύπημα των εμπρηστών αποτελειώνει την Πεντέλη. Περισσότερα από 70.000 στρέμματα καίγονται, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αφορά αναγεννημένο δάσος από την προηγούμενη πυρκαγιά
2007 Πάρνηθα. Κάηκαν 50.000 στρέμματα και χάθηκε το 1/3 του Εθνικού Δρυμού. Τα 18.000 ήταν παρθένο ελατόδασος.
Πεντέλη. Με 10.800 στρέμματα να γίνονται στάχτη για τρίτη φορά, το βουνό είναι πλέον οριστικά λαβωμένο.
«Το να αποκαλούμε την κλιματική αλλαγή όπλο μαζικής καταστροφής δεν είναι υπερβολή», λέει στην «Ε» ο σερ Τζον Χότον. Ως επικεφαλής δύο εκ των ομάδων εργασίας της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (Intergovernmental Panel on Climate Change - IPCC), ο σερ Τζον Χότον ήταν ένας από τους επιστήμονες που μοιράστηκαν το Νόμπελ Ειρήνης το 2007 μαζί με τον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Αλ Γκορ.
Τζον Χότον: Κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν επίτηδες σύγχυση
Στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε μαζί του, μας μίλησε για την ηθελημένη προσπάθεια δημιουργίας σύγχυσης και παραπληροφόρησης γύρω από την κλιματική αλλαγή, αλλά και για την ανάγκη να ληφθούν αμέσως μέτρα για να αποφευχθούν μεγαλύτερες καταστροφές.
Το IPCC ιδρύθηκε το 1988 με απόφαση των Ηνωμένων Εθνών, προκειμένου να μελετήσει επιστημονικά την κλιματική αλλαγή, καθώς είχαν αρχίσει να εκφράζονται φόβοι για τις επιπτώσεις της συγκέντρωσης αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Εχει παράξει τέσσερις εκθέσεις που συνιστούν περιλήψεις μεγάλου όγκου ερευνών από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο και αποτελούν τη βάση για τη χάραξη πολιτικής του ΟΗΕ και για το Πρωτόκολλο του Κιότο. Ο κ. Χότον έχει επίσης τελέσει διευθυντής της Βρετανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (Met Office) και καθηγητής Ατμοσφαιρικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι πρόεδρος της «Πρωτοβουλίας Τζον Ρέι» («Jon Ray Initiative»), μιας οργάνωσης που «συνδέει το περιβάλλον με την επιστήμη και τον χριστιανισμό», και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Σελ (Shell Foundation), της ομώνυμης πετρελαϊκής πολυεθνικής.
Σε άρθρο σας στην εφημερίδα «Γκάρντιαν» το 2003 είχατε χαρακτηρίσει την κλιματική αλλαγή «όπλο μαζικής καταστροφής» και είχατε κατηγορηθεί ότι υπερβάλλατε για να περάσετε το μήνυμά σας. Εξακολουθείτε να πιστεύετε το ίδιο;
«Δεν υπερέβαλλα τότε. Αν θυμάστε, το 2003 ήταν η χρονιά που ένας πολύ μεγάλος καύσωνας στην κεντρική Ευρώπη είχε προκαλέσει τον πρόωρο θάνατο 30.000 ανθρώπων. Αιτία του καύσωνα ήταν η αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Το να μιλάμε γι' αυτό ως όπλο μαζικής καταστροφής δεν είναι υπερβολή - χάθηκαν τόσοι άνθρωποι λόγω ενός μόνο γεγονότος».
Μπορεί να μας πει με σιγουριά η επιστήμη ότι ακραία καιρικά φαινόμενα που έχουν παρατηρηθεί πρόσφατα οφείλονται στην κλιματική αλλαγή;
«Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ένα απομονωμένο φαινόμενο οφείλεται στην κλιματική αλλαγή. Πολλά ακραία φαινόμενα θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως λόγω της φυσικής διακύμανσης του κλίματος. Είναι ωστόσο η αύξηση που παρουσιάζει ο αριθμός αυτών των φαινομένων (βλέπουμε πιο πολλές πλημμύρες, περισσότερη ξηρασία, πιο ισχυρές καταιγίδες) που καταδεικνύει ότι η τάση αυτή οφείλεται στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ενα γεγονός όμως που ξεχωρίζει, γιατί πέφτει τόσο έξω από το εύρος των φυσικών διακυμάνσεων του κλίματος, είναι ο καύσωνας του 2003. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οφειλόταν κυρίως στην κλιματική αλλαγή».
Προσπαθώντας να παρακολουθήσω τις εξελίξεις στην επιστήμη της κλιματικής αλλαγής ως μη επιστήμονας, πρέπει να ομολογήσω ότι συχνά νιώθω μπερδεμένη. Για παράδειγμα, πρόσφατα είχε προκύψει από γερμανική έρευνα ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα σταματήσει για δέκα χρόνια («Ε» 02-05-08). Αλλη πρόσφατη έρευνα κατέληγε στο ότι η υπερθέρμανση δεν προκαλεί περισσότερους τυφώνες. Πιστεύετε ότι η σύγχυση γύρω από την κλιματική αλλαγή είναι ίσως ένας από τους λόγους που κρύβονται πίσω από την επιφυλακτικότητα ή και την αδράνεια πολιτικών και πολιτών;
«Πιστεύω ότι υπάρχουν κάποιοι που προσπαθούν να δημιουργήσουν επίτηδες σύγχυση. Για παράδειγμα, το IPCC δεν είπε ποτέ ότι η κλιματική αλλαγή προκαλεί περισσότερους τυφώνες. Οι ενδείξεις λένε ότι, λόγω της ανόδου στη θερμοκρασία των ωκεανών, θα αυξηθεί ο αριθμός των πιο ισχυρών τυφώνων, αλλά όχι ο συνολικός αριθμός των τυφώνων. Οσο για το θέμα της υπερθέρμανσης, έχουν γραφτεί πολλές ανοησίες σχετικά με το ότι τα τελευταία χρόνια η μέση ετήσια θερμοκρασία δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1998. Το 1998 εξακολουθεί να έχει το ρεκόρ της υψηλότερης μέσης θερμοκρασίας, μεταξύ άλλων, λόγω του φαινομένου Ελ Νίνιο". Ετσι κάποιοι λένε ότι οι θερμοκρασίες υποχωρούν, ωστόσο αν παρατηρήσει κάποιος τη συνολική τάση από τη δεκαετία του '70 θα δει ότι είναι αυξητική. Υπάρχουν πολλές διακυμάνσεις και τα μοντέλα μας προβλέπουν ότι δεν θα έχουμε θερμοκρασίες εξίσου υψηλές με το 1998 πριν από το 2010. Κάποιοι προσπαθούν να στρεβλώσουν τα στοιχεία και να τα παρουσιάσουν με ανόητους τρόπους, που δείχνει ότι δεν γνωρίζουν τίποτα».
Νιώθετε ότι έχουν υπάρξει υπερβολικές διατυπώσεις από το στρατόπεδο της κλιματικής αλλαγής που έχουν βλάψει την αξιοπιστία του και έχουν οδηγήσει σε λανθασμένες αντιλήψεις;
«Κάποιες φορές ναι. Εμείς στο IPCC έχουμε υπάρξει πολύ προσεκτικοί στις διατυπώσεις μας. Αν κοιτάξει κάποιος την ιστορία μας θα το διαπιστώσει. Κάποιοι υπερβάλλουν όταν επιλέγουν το υλικό που σχολιάζουν. Ενα παράδειγμα είναι τα στοιχεία για την άνοδο της στάθμης των ωκεανών -πολλοί μιλούν σαν να πρόκειται να ανέβει ολόκληρα μέτρα, όταν το IPCC έχει κάνει λόγο για άνοδο της τάξης του μισού μέτρου αυτόν τον αιώνα, ίσως και λίγο παραπάνω. Υπάρχει η πιθανότητα και για μεγαλύτερη άνοδο, αλλά δεν το γνωρίζουμε με σιγουριά, οπότε δεν το λέμε. Πολλοί έχουν προσπαθήσει να προκαλέσουν τρόμο μιλώντας για μεγαλύτερη άνοδο, αλλά ακόμα και η άνοδος του μισού μέτρου είναι ικανή να οδηγήσει στη μετακίνηση δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ινδία, το Μπανγκλαντές, τη νότια Κίνα -τα πράγματα είναι ήδη δύσκολα χωρίς να προσπαθεί κανείς να υπερβάλει. Τα ΜΜΕ τείνουν να επιλέγουν τα πιο ακραία θέματα και είναι κρίμα».
Ενας από τους συναδέλφους σας στο IPCC, ο Μάρτιν Πάρι, έχει πει ότι «η επιλογή που μας παρουσιάζεται είναι ανάμεσα σε έναν κόσμο που έχει υποστεί ζημιά και σε έναν κόσμο που έχει υποστεί σοβαρή ζημιά». Συμφωνείτε με αυτήν την απαισιόδοξη εκτίμηση;
«Ναι. Είμαστε ήδη στον δρόμο που οδηγεί σε σημαντική αλλαγή του κλίματος. Δεν έχουμε δει μεγάλο κομμάτι της, επειδή οι ωκεανοί χρειάζονται χρόνο για να θερμανθούν. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε άλλη άνοδος στη θερμοκρασία της ατμόσφαιρας, οι θερμοκρασίες των ωκεανών θα συνέχιζαν να ανεβαίνουν για 20 με 30 χρόνια. Αν δεν θέλουμε η ζημιά να γίνει πολύ πιο σοβαρή, πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε φρένο στη διαδικασία όσο πιο γρήγορα μπορούμε».
Υπάρχουν συμφέροντα πίσω από όσους αμφισβητούν την κλιματική αλλαγή;
«Υπάρχουν πολύ ισχυρά συμφέροντα. Η ExxonMobil έχει υπάρξει ιδιαιτέρως δραστήρια στο να προωθεί τα επιχειρήματα των σκεπτικιστών. Δεν κάνουν το ίδιο όμως όλες οι πετρελαϊκές εταιρείες. Αλλες επιχειρήσεις, όπως η Shell και η ΒΡ, αναγνωρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα και εργάζονται σκληρά για να αναπτύξουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Υπάρχουν επίσης πολλοί που υπερβάλλουν ως προς τις αλλαγές που πρέπει να κάνουμε στον τρόπο ζωής μας ώστε να αποτρέψουμε περαιτέρω καταστροφές. Λένε ότι οι αλλαγές που πρέπει να κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή είναι τόσο μεγάλες που είναι ανέφικτες και χρησιμοποιούν τα στοιχεία οικονομολόγων που έχουν κάνει μάλλον ανεπαρκείς μελέτες για το πόσο θα μας κόστιζε. Δεν είναι έτσι όμως, μπορούμε να κάνουμε πράγματα που δεν θα έχουν τόσο σοβαρές επιπτώσεις στον τρόπο ζωής μας».
Ποιος είναι ο λόγος που η ανταπόκριση των κυβερνήσεων στην απειλή της κλιματικής αλλαγής έχει υπάρξει ανεπαρκής;
«Οι κυβερνήσεις χρειάζονται πολύ χρόνο για να δράσουν. Στην πραγματικότητα πάντως έχουν πάρει το θέμα πολύ σοβαρά. Οταν βέβαια μιλάμε για τους θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών, εκεί χρειάζεται ομοφωνία και υπάρχουν ακόμα χώρες -ιδιαίτερα οι πετρελαιοπαραγωγοί και οι ΗΠΑ (αν και ελπίζω αυτό να αλλάξει σύντομα)- που αντιστέκονται. Είναι πολύ δύσκολο λοιπόν να έχουμε ομόφωνες αποφάσεις, αλλά νομίζω ότι πηγαίνουμε προς τα εκεί».
Συνολικά, είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος ως προς το τι μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής;
«Είμαι αισιόδοξος, για τρεις κυρίως λόγος. Πρώτον, έχω δει την αφοσίωση της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας. Χιλιάδες επιστήμονες απ' όλο τον κόσμο έχουν συγκεντρωθεί στο IPCC και έχουν καταλήξει σε μια έκθεση κατόπιν συναίνεσης, το οποίο θεωρώ αξιοσημείωτο επίτευγμα αν σκεφτεί κανείς ότι προέρχονται από τόσες διαφορετικές κουλτούρες και έχουν διαφορετικούς στόχους. Ωστόσο όλοι αναγνωρίζουν ότι η επιστήμη τους λέει ότι η κλιματική αλλαγή συμβαίνει πραγματικά. Ο δεύτερος λόγος που είμαι αισιόδοξος είναι ότι η τεχνολογία που μας επιτρέπει να μειώσουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου υπάρχει ήδη. Ο τρίτος λόγος είναι ότι είμαι χριστιανός και πιστεύω ότι έχουμε ευθύνη να προσέχουμε τον πλανήτη. Και επειδή πιστεύω ότι ο Θεός είναι εκεί για να μας βοηθήσει να το κάνουμε, είμαι αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρουμε». *
«Οι συγκεκριμένες και μετρήσιμες δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει, τόσο για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου όσο και για τη διεύρυνση της χρήσης πηγών ανανεώσιμης ενέργειας, για ακόμη μία φορά θέλω να τονίσω ότι θα τηρηθούν στο ακέραιο». Ετσι δήλωσε ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, κατά τη συνάντησή του με τους Ελληνες επιστήμονες, οι οποίοι συμβραβεύτηκαν με το Νόμπελ Ειρήνης για το 2007.
Είναι όμως πραγματικά αυτή η αλήθεια; Η χώρα μας θα εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις -και αν ναι, τότε ποιες είναι αυτές; Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα ανήκει στις ελάχιστες αναπτυγμένες χώρες που έχουν την (ανήθικη) υποχρέωση να περιορίσουν την αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε 25% έως το 2010 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Ακόμα και αυτόν όμως τον στόχο η χώρα μας δύσκολα θα καταφέρει να τον τηρήσει. Η Ελλάδα ήδη από το 2006 έχει αυξήσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 24,6%, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση προβλέπει ότι με τα υπάρχοντα μέτρα της κυβέρνησης οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα αυξηθούν τελικά κατά 34,7% έως το 2010. Αντίστοιχα, για το έτος 2008 η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Ανάπτυξης, θα καλύψει το 8,4% της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ, όταν σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπεται για το 2010 αντίστοιχος στόχος της τάξης του 20,1%.
Η ελληνική κυβέρνηση δείχνει ανίκανη να αντιληφθεί ότι η ενεργειακή πολιτική και η κλιματική πολιτική αποτελούν τις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Την ίδια στιγμή που ο Ελληνας πρωθυπουργός δηλώνει βέβαιος ότι η χώρα μας θα εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η γραφειοκρατία του ΥΠΕΧΩΔΕ ουσιαστικά απαγορεύει την εγκατάσταση νέων συστημάτων ΑΠΕ και το ΥΠΑΝ σχεδιάζει την κατασκευή νέων ανθρακικών και πετρελαϊκών σταθμών.
Αντίστοιχα συμπτώματα «σχιζοφρένειας» παρουσιάζει και η ΔΕΗ. Ο διευθύνων σύμβουλος του μεγαλύτερου ρυπαντή στην Ελλάδα, κ. Αθανασόπουλος, ζήτησε πλήρη απελευθέρωση των τιμολογίων. Η αύξηση αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, τον μοναδικό τρόπο για την αποκατάσταση των οικονομικών ζημιών που προκαλεί η αύξηση των τιμών των καυσίμων και των εισαγωγών ενέργειας, καθώς και το κόστος της αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης. Την ίδια στιγμή όμως η ΔΕΗ σχεδιάζει την κατασκευή νέων πετρελαϊκών σταθμών στα νησιά του Αιγαίου (π.χ. Ρόδος, Λέσβος) και νέων ανθρακικών μονάδων στην ηπειρωτική Ελλάδα, αγνοώντας πλήρως τα τεράστια περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη που προσφέρει η εξοικονόμηση ενέργειας.
Το μέλλον για τη δεύτερη περίοδο -μετά το 2012- του Κιότο προδιαγράφεται ακόμα πιο δυσοίωνο. Η Ελλάδα για το 2020 θα πρέπει να παράγει το 18% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ΑΠΕ, ενώ προκειμένου να συμβάλει στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 30% έως το 2020, η Ελλάδα θα πρέπει να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 4% (σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005) για τους τομείς που δεν καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας ρύπων (π.χ. μεταφορές) και 36% για τους τομείς που καλύπτονται (π.χ. ηλεκτροπαραγωγή). Επιπλέον, το δικαίωμα ρύπανσης για κάθε εταιρεία δεν θα παραχωρείται δωρεάν από το ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά θα δημοπρατείται. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τη ΔΕΗ, καθώς η εταιρεία εκπέμπει περισσότερους από 50 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα ετησίως.
Απομένει λοιπόν να δούμε: θα αντιληφθεί επιτέλους η ελληνική κυβέρνηση ότι ο μοναδικός τρόπος για να συμβάλει η Ελλάδα στην καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών και να εξασφαλίσει ενεργειακή επάρκεια είναι η εξοικονόμηση ενέργειας σε συνδυασμό με τις ΑΠΕ, ή θα συνεχίσει τη σημερινή ενεργειακή πολιτική με καταστροφικές επιπτώσεις για το περιβάλλον, την εθνική οικονομία και την κοινωνία;
Μπορεί οι νόμοι της φύσης να μην επηρεάζονται από τις οικονομικές κρίσεις, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την τύχη των κυβερνήσεων και άρα με τις πολιτικές τους επιλογές, που η τελευταία «ατυχής» συγκυρία της κατακόρυφης ανόδου της τιμής των τροφίμων τείνει να τις μεταλλάξει. Αυτή είναι μια καλή αφορμή. Στο παρελθόν υπήρξαν κι άλλες.
Το θέμα όσον αφορά τις ρητορείες γύρω από τις λεγόμενες «πράσινες» πολιτικές και το ρεαλιστικά αντιμετωπίσιμο κόστος ανταπόκρισης στις φυσικές καταστροφές, τη μαζική μετανάστευση, την έλλειψη τροφίμων και την ξηρασία έχει να κάνει μάλλον με τη δυνατότητα υιοθέτησης ενός πραγματικά «ανανεώσιμου» οικονομικού μοντέλου καθώς και την ευελιξία λήψης προληπτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών του φαινομένου της αύξησης της θερμοκρασίας της Γης.
«Φιλικές για το περιβάλλον» ναι, για τους πολίτες όμως...
Οι «πράσινες» επιλογές κυβερνήσεων ανά τον κόσμο είχαν από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής τους το μεγάλο μειονέκτημα ότι στοίχιζαν ακριβά στους πολίτες. Ετσι, όχι χωρίς λόγο καθετί «φιλικό προς το περιβάλλον» συνδέθηκε στη συνείδησή τους ως πολυτέλεια, που όταν είχαν την επιλογή δεν ήταν πάντοτε σε θέση να επιτρέψουν στον εαυτό τους. Για παράδειγμα οι αποφάσεις επιβολής ακριβής φορολογίας σε πολίτες που είχαν περισσότερο ρυπογόνα οχήματα (για να μην πάμε μακριά, η κυβέρνηση Μπράουν βρίσκεται τώρα σε αυτή τη δίνη) από πολλές ευρωπαϊκές ηγεσίες, έμοιαζε περισσότερο με τιμωρία σε βάρος εκείνων των πολιτών που αγόρασαν «ακατάλληλα» αυτοκίνητα προτού τα καθαρότερα να είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό σε ένα λογικό κόστος.
Η λεγόμενη οικο-φορολογία ήταν και είναι επίσης ένα μεγάλο αγκάθι, που τροφοδοτεί τον σκεπτικισμό ενάντια στην περιβαλλοντική πολιτική. Είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ορατός ο κίνδυνος κάθε «πράσινη» επιλογή να εκλαμβάνεται αυτόματα ως ένα τεράστιο οικονομικό φορτίο. Ούτως ή άλλως το λάιφ στάιλ με τις ανακυκλώσιμες σακούλες που «φιλοξενούν» απλησίαστα για τον πολύ κόσμο λαχανικά, γαλακτοκομικά, ζυμαρικά κι ένα σωρό «βιολογικά» προϊόντα «ανεκτίμητης» αξίας, καθιερώθηκε στηριγμένο στη γραφικότητα της διακριτικής πολυτέλειας. Εντελώς αντίθετα όμως, οι πράσινοι φόροι θα έπρεπε να ωθούν τους πολίτες σε πιο πράσινες επιλογές και όχι να τους τιμωρούν για τις κακές επιλογές του παρελθόντος χωρίς να τους προσφέρουν εναλλακτικές για το παρόν ούτε καν για το μέλλον!
«Πράσινος» ιμπεριαλισμός
Συχνά η πολιτική συνείδηση κρατά μεγάλες αποστάσεις (ή αποστάσεις ασφαλείας κατά άλλους) από την εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας μπορεί να θεωρηθεί η πορεία του Πράσινου Κινήματος. Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και στη Βόρεια Αμερική οργανώσεις και πρωτοβουλίες που αυτοπροσδιορίζονται ως «πράσινες» θεωρείται ότι είναι κατ' αρχήν αντίθετες στον ιμπεριαλιστικό μιλιταρισμό. Η επιτυχία του Κόμματος των Πρασίνων της Γερμανίας, του οποίου ο επί μακρόν ηγέτης, Γιόσκα Φίσερ, έφθασε στο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών, είναι, όχι σπάνια, σημείο αναφοράς για τη δυναμική των Πράσινων Κινημάτων στη δημιουργία αντιμιλιταριστικών εναλλακτικών επιλογών. Πολιτικοί αναλυτές όμως ήρθαν σε αμηχανία όταν ο κύριος Φίσερ ανταποκρίθηκε ενθουσιωδώς στην ανάπτυξη 7 χιλιάδων στρατιωτών από την Ευρωπαϊκή Ενωση στον Λίβανο και δικαιολόγησε τη θέση του με άρθρο του στη Suddeutsche Zeitung (to 2006) υπό τον τίτλο «Καλώς ήλθατε στην πραγματικότητα».
Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ότι απείχε έτη φωτός από τη «δημοκρατία της ειρήνης» που πρέσβευαν οι Πράσινοι έναντι των αποστολών στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν ή το Κονγκό. Ο Γιόσκα Φίσερ στην παρέμβασή του έκανε λόγο για στρατηγικά συμφέροντα και «στρατηγικές αλλαγές στο πολιτικό περιβάλλον».
Μόδα ήταν και πέρασε
Αν οι πράσινες πολιτικές επιλογές ήταν απλώς μια μόδα που, όπως κάθε μόδα, πέρασε, μπορεί κανείς να διακινδυνεύσει τις πιο ζοφερές προβλέψεις. Ομως αυτή δεν μπορεί να είναι η πιο υπεύθυνη προσέγγιση στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί σε διάφορα επίπεδα. Κανονικά πρέπει να απαγορεύονται οι επιτόπου αναστροφές όσον αφορά τις περιβαλλοντικές μας δεσμεύσεις. Η κρίση από την αύξηση της τιμής των τροφίμων συνιστά έναν μεγάλο κίνδυνο γιατί μπορεί να αποτελέσει το καλύτερο άλλοθι για να απομακρυνθούμε από στόχους όπως η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στο όνομα της ανάγκης -ας πούμε- βελτίωσης της προμήθειας καυσίμων, την ώρα που η τιμή τους εκτοξεύεται στα ύψη. Η λύση όμως βρίσκεται αλλού!
Τα λόγια περίσσεψαν. Οι πολιτικές χρεοκόπησαν. Το περιβάλλον δεν χρειάζεται πια προστασία, ήδη έχει καταρρακωθεί. Η περίφημη «ώρα μηδέν», για την οποία έκαναν λόγο τα μέσα ενημέρωσης εδώ και δεκαετίες, έχει περάσει καιρό τώρα. Υπερβολές; Ισως. Ωστόσο, μόνο με υπερβολές μπορεί ν' αντιμετωπιστεί πειστικά μια άλλη υπερβολή, αυτή της υποβάθμισής του. Στον υπόλοιπο πλανήτη αλλά και εδώ. Μόνο μ' ένα σοκ θ' αντιληφθούμε πως έχει πάψει πια η προστασία του περιβάλλοντος ν' αποτελεί αντικείμενο κάποιων επιστημονικών συζητήσεων.
Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε, μας αφορά όλους και κυρίως αφορά τα παιδιά μας που καλούνται να σηκώσουν την πιο βαριά κληρονομιά.
Οπου και αν γυρίσει κανείς το βλέμμα, θα εντοπίσει την καταλυτική ανθρώπινη παρέμβαση, με αποτελέσματα που κάποιες φορές δεν χωρούν διορθώσεις. Δάση που έχουν αφανιστεί, ρέματα που έχουν μπαζωθεί, αιγιαλοί που έχουν καταπατηθεί, πόλεις εχθρικές στον άνθρωπο, κτίρια ενεργοβόρα, βιομηχανίες ρυπαίνουσες, χωματερές-ωρολογιακές βόμβες. Συνήθως κατανέμουμε ευθύνες γι' αυτά. Σε πολιτικούς, κυβερνήσεις, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καταπατητές, βιομηχάνους. Είναι το αυτονόητο. Ολοι αυτοί -και όχι μόνο- εφαρμόζουν πολιτικές καταστροφικές ή δεν αποτρέπουν τακτικές υποβάθμισης. Δεν εφαρμόζουν τις οδηγίες του Κιότο, δίνουν τα περιθώρια παραπομπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν υιοθετούν οδηγίες της Ε.Ε., αγνοούν νόμους και κανονισμούς, δεν ενδιαφέρονται για την ίδια μας τη ζωή.
Ωστόσο, όλοι αυτοί είναι και ο εύκολος στόχος, ο πιο ανέξοδος. Κάποια στιγμή πρέπει ν' αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες, τις προσωπικές. Και έχουν δύο πτυχές αυτές. Η πρώτη αφορά τις πολιτικές επιλογές μας, δεν προτάσσουμε την προστασία του περιβάλλοντος ως όρο πρωταρχικό τη στιγμή της κάλπης ή δεν πιέζουμε εκπροσώπους μας ν' αλλάξουν πολιτικές. Η δεύτερη συνδέεται με τη στάση ζωής μας. Τα φιλικά προς το περιβάλλον κτίρια που φτιάχνουμε, η καθαριότητα έξω από τους προσωπικούς μας χώρους, η προστασία των μικρών οάσεων είτε λέγονται δάση είτε θάλασσες εξαρτώνται από μας, απ' όλους εμάς.
Η αυτοοργάνωση για την ίδια μας τη ζωή είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Ελπίδα υπάρχει, τη βρίσκεις εύκολα. Αρκεί να σκεφτείς τους χιλιάδες εθελοντές που φυλάνε τα δάση, εκείνους που καθαρίζουν τις ακτές, αυτούς που επιλέγουν τρόπο ζωής φιλικό στο περιβάλλον, ακόμα και εκείνους που αφήνουν λίγες σταγόνες νερό στο καχεκτικό δέντρο του πεζοδρομίου μπροστά στο σπίτι τους. Ολοι αυτοί που πέρσι το καλοκαίρι χωρίς κομματική καθοδήγηση οργάνωσαν μια διαμαρτυρία για τις φωτιές έξω από τη Βουλή, αυξάνουν τις ελπίδες ότι οι πολίτες παίρνουν την υπόθεση στα χέρια τους... *
"
Ας μάθουμε- θυμηθούμε:
Είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι
Η Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος καθιερώθηκε από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών στη Στοκχόλμη στις 13 Ιουνίου 1972, με σκοπό να αφυπνίσει τους πολίτες σχετικά με τα ζητήματα του περιβάλλοντος και να εντείνει το ενδιαφέρον και τις δράσεις σε πολιτικό επίπεδο.
Ως είθισται, σε κάθε τέτοια επέτειο οι παγκόσμιοι οργανισμοί που εμπλέκονται δίδουν και ένα σύνθημα. Το φετινό σύνθημα είναι «Κλότσησε τις συνήθειές σου! Προχώρα σε μια οικονομία με λιγότερο άνθρακα» («Kick the Habit! Towards a Low Carbon Economy»).
Ουσιαστικά, αυτό που λέει φέτος το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών είναι η ευχή να απεξαρτηθούμε από τον άνθρακα και το πετρέλαιο. Είναι κάτι το οποίο η επιστημονική κοινότητα επιζητεί από πολλά χρόνια, διότι η πλανητική αλλαγή, στην οποία συμμετέχει και η ανθρώπινη παρέμβαση, έχει αποδειχθεί επικίνδυνη για την επιβίωση των μελλοντικών γενεών του ανθρώπινου γένους.
Η ευχή την οποία έχουν εκφράσει οι επιστήμονες είναι η πλήρης απαλλαγή και η αναζήτηση νέων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Δυστυχώς, αυτό είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνει και μάλιστα μέχρι πέρσι υπήρξε τόσο μεγάλη παραπληροφόρηση σχετικά με την αλήθεια της αποσταθεροποίησης του κλίματος ώστε οι πολιτικοί να εμφανίζονται και αυτοί διχασμένοι παγκοσμίως, αλλά και για διάφορους οικονομικούς λόγους ο καθένας σχετικά με την ανάγκη ή όχι λήψης μέτρων για να μειωθούν τα αποτελέσματα της ανθρωπογενούς παρέμβασης στο κλίμα.
Είναι χαρακτηριστικό εδώ να αναφέρουμε ότι το έτος 2007 χαρακτηρίστηκε από σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο ήταν η έκθεση του Sir Stern, η οποία έδειξε ότι οι οικονομικές συνέπειες της αποσταθεροποίησης του κλίματος παγκοσμίως μπορούν να ανέλθουν σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Δεύτερον, η απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης εξ ημισείας στη Διακυβερνητική Επιτροπή για την Κλιματική Αλλαγή και στον τ. αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Al Gore.
Η ύψιστη αυτή συλλογική διάκριση αναθέρμανε το παγκόσμιο ενδιαφέρον για τη λήψη μέτρων σταθεροποίησης του κλίματος. Δυστυχώς, τα μέτρα αυτά δεν συνοδεύονται και από την αναγκαία περιβαλλοντική παιδεία και την περιβαλλοντική ηθική, η οποία θα έπρεπε να τα υποστηρίζει.
Συγκεκριμένα, μολονότι η Ευρωπαϊκή Ενωση έχει αποδείξει έμπρακτα την επιθυμία της να συμβάλει στη σταθεροποίηση του κλίματος, πολύ λίγα έχει κάνει για να διδάξει τον αφυπνιζόμενο οικονομικό γίγαντα της ΝΑ Ασίας ώστε να αποφύγει να επαναλάβει τα λάθη που έκανε η Δύση.
Ωθούμε τη διεθνή κοινότητα στη λογική της συνεχιζόμενης εξάρτησης από το σύστημα εμπορίας και εξαγοράς δικαιωμάτων των αερίων του θερμοκηπίου, ενώ η όλη προσπάθεια, πιστεύω, θα έπρεπε να επικεντρωθεί στον προσδιορισμό των νέων «εμιράτων» ανανεώσιμων πηγών ενέργειας σε όλη τη Γη.
Το ζητούμενο θα έπρεπε να είναι η εξοικονόμηση ενέργειας από όλους μας, όπως και η εξοικονόμηση όλων των φυσικών πόρων, με κυρίαρχους τους υδάτινους πόρους.
Επίσης, κυρίαρχο θα έπρεπε να είναι το μείζον πρόβλημα της διαχείρισης στερεών - υγρών αποβλήτων και της ανακύκλωσης, όπως επιβάλλει αυτό που εγώ ονομάζω από πολλά χρόνια «ορθή περιβαλλοντική παιδεία», κάτω από τη σκέπη μιας παγκόσμιας περιβαλλοντικής ηθικής.
Αυτά είναι απαραίτητα να γίνουν γιατί από τις πολεμικές συγκρούσεις που γίνονταν και γίνονται για το πετρέλαιο οδηγούμεθα σε συγκρούσεις που γίνονται και θα γίνονται για το ύδωρ και για τη σίτιση.
Διότι, δυστυχώς, αυτοί που υφίστανται τις συνέπειες κατ' εξοχήν και αποτελούν μια μεγάλη πλειοψηφία του πλανήτη μας συμμετέχουν στην αποσταθεροποίηση του κλίματος μόλις κατά 3% ή και λιγότερο.
Ας μη συνεχίσουμε, λοιπόν, την ηθική περιβαλλοντική διάβρωση, αλλά ας οδηγηθεί η ανθρωπότητα σε έναν νέο δρόμο αλλάζοντας πράγματι τις συνήθειες και την καθημερινή μας ζωή σε μια ζωή υπεύθυνη απέναντι στο υποβαθμιζόμενο από εμάς περιβάλλον και απέναντι στις γενιές που μας έρχονται.
Θα θυμίσω το ρητό που είναι η βάση της περιβαλλοντικής ηθικής, το οποίο είπε ο μέγας Μαχάτμα Γκάντι: «Η Γη μπορεί να τους θρέψει όλους, όμως δεν μπορεί να τους ικανοποιήσει όλους».
Λιγότερες βροχές και κυρίως χιόνια, αλλά και έντονες καταιγίδες είναι τα αντιφατικά καιρικά φαινόμενα που συνοδεύουν τις κλιματικές αλλαγές. Για ορισμένους επιστήμονες αυτός ο ιδιότυπος κύκλος του νερού αποτελεί το ασφαλέστερο «καμπανάκι» για τους επερχόμενους κινδύνους, που γίνονται εντονότεροι στην περίπτωση της Ελλάδας.
Με ετήσιο ύψος βροχών της τάξης των 849 χιλιοστών, η Ελλάδα βρίσκεται στην 11η θέση του πίνακα των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά κατατάσεται στη 12η με βάση τους διαθέσιμους υδατικούς πόρους. Ομως με τις προβλέψεις των ειδικών ότι αν συνεχιστούν οι σημερινοί ρυθμοί αύξησης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ώς το 2050 η θερμοκρασία θα ανεβεί κατά 2-3 βαθμούς Κελσίου, θα έχουμε αρνητικές επιπτώσεις στα επίπεδα βροχόπτωσης (κατακρήμνιση), με μεγαλύτερες απώλειες λόγω εξάτμισης (εξατμισοδιαπνοή), ενώ αλυσιδωτές θα είναι οι αλλαγές στην επιφανειακή απορροή, στην υγρασία του εδάφους, στα υπόγεια νερά και γενικά στο υδατικό ισοζύγιο κάθε περιοχής του πλανήτη.
Στοιχεία της επιτροπής του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή αναφέρουν ότι για το 2080 η μέση αύξηση της θερμοκρασίας στη βόρεια Ευρώπη θα κινηθεί από 1,7 έως 2,4 βαθμούς πάνω από τα επίπεδα του 1990. Στη νότια Ευρώπη όμως θα είναι υψηλότερη, από 3,2 έως και 4 βαθμούς, ενώ ειδικά στη χώρα μας προβλέπεται αύξηση κατά 3,5 βαθμούς.
Αυτό μετραφράζεται σε μείωση των βροχοπτώσεων στη γηραιά ήπειρο κατά 7-10%, όπου στις βόρειες χώρες συνεπάγεται αύξηση κατά 8-9%, ενώ στις νότιες μείωση από 9-42%. Στην Ελλάδα η προβλεπόμενη μείωση των βροχών θα είναι της τάξης του 27% και οι διαθέσιμες ποσότητες νερού θα περιοριστούν από 10 έως και 25%.
Τα σημαντικότερα ποτάμια που κινούνται αποκλειστικά εντός των ελληνικών συνόρων (Αχελώος, Αώος, Αλιάκμονας και Πηνειός) θα γνωρίσουν μεγάλες αλλαγές, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους τομείς που εξαρτώνται από τα νερά τους.
Το ελληνικό υδρολογικό παράδοξο, όπως προκύπτει από τις μακροχρόνιες μετρήσεις του Εργαστηρίου Υδρολογίας και Διαχείρισης Υδατικών Πόρων του Ε.Μ.Πολυτεχνείου, οφείλεται στην άνιση κατανομή ανάμεσα στα αποθέματα και τη ζήτηση. Στη δυτική Ελλάδα κυμαίνεται από 878 έως και 1.318 χιλιοστά, ενώ στην ανατολική ζώνη, όπου σημειώνονται οι περισσότερες και σοβαρότερες πλημμύρες, είναι από 410 έως 807 χιλοστά.
Στην Αττική η μέση ετήσια βροχόπτωση είναι 400 χιλιοστά και η ύδρευση λύνεται τις τελευταίες δεκαετίες με μεταφορά νερού από τη Δυτική Ελλάδα. Ελλειμματική σε νερό είναι ήδη η Κρήτη καθώς και τα νησιά του Αιγαίου, όπου αν δεν ληφθούν από τώρα μέτρα, στα επόμενα χρόνια θα πουν το «νερό νεράκι».
Η καθηγήτρια του Πολυτεχνείου Μαρία Μιμίκου, πρόεδρος της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών και διευθύντρια του εργαστηρίου, μας εξηγεί ότι σημείο-κλειδί για τη χώρα μας είναι η σωστή εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Δίνει έμφαση στον αγροτικό τομέα, όπου απορροφάται το 86% των διαθέσιμων αποθεμάτων και καταγράφονται απώλειες της τάξης του 80%! «Καλύτερες πολιτικές για τα συστήματα άρδευσης και προώθηση καλλιεργειών ανάλογα με τα υδατικά διαθέσιμα κάθε περιοχής» είναι οι λύσεις που προτείνει, σε συνδυασμό με την ενημέρωση των αγροτών σε θέματα διαχείρισης των νερών. «Για να βελτιωθεί η κατάσταση των υδατικών πόρων χρειάζεται αλλαγή φιλοσοφίας, που αφορά τις Αρχές αλλά και τους πολίτες», υπογραμμίζει η κ. Μιμίκου, που θεωρεί ότι η σωστή τιμολόγηση του νερού αποτελεί βασικό εργαλείο στη διαχείριση των υδατικών πόρων, που είναι αγαθό εν ανεπαρκεία.
Σημείο-κλειδί είναι τα υπόγεια αποθέματα νερού που, σύμφωνα με το ΙΓΜΕ, αγγίζουν τα 3,5 δισ. κυβικά τον χρόνο. Ο αριθμός των γεωτρήσεων υπολογίζεται σε 270.000 και μόνο στην περιοχή της Θεσσαλίας εξασφαλίζουν 500-550 εκατ. κυβικά τον χρόνο. Το 48% των υπόγειων νερών θεωρείται καλής ποιότητας, αλλά το 17% χαρακτηρίζεται άχρηστο λόγω ρύπανσης ή επειδή είναι υφάλμυρο.
Αιτίες γι' αυτή την κατάσταση είναι η γειτνίαση με ρυπογόνες μονάδες, η ανεξέλεγκτη απόρριψη επικίνδυνων υγρών και η συνεχιζόμενη λειτουργία χωματερών μέσα σε περιοχές με πλούσιο υδροφόρο ορίζοντα.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι στα υπόγεια νερά είναι δύσκολος ο εντοπισμός της πηγής της ρύπανσης, ενώ ο ρύπος μπορεί να διατηρηθεί σε υψηλά επίπεδα έως και μια δεκαετία. * *
Οι μεγάλες πυρκαγιές στην Αττική από το 1981
Περισσσότερα από 285.000 στρέμματα πρασίνου εξαφανίστηκαν από την Αττική τα τελευταία 27 χρόνια. Χρειάστηκαν μόνο οκτώ μεγάλες πυρκαγιές, από το 1981 μέχρι το περσινό καλοκαίρι, για να μετατρέψουν το λεκανοπέδιο σε κρανίου τόπο. Ολες οι φωτιές μπήκαν σε περιοχές «φιλέτα». Ολες κηρύχτηκαν αναδασωτέες. Σε όλες ανακατεύτηκαν οι διάφοροι συνεταιρισμοί, ιδιώτες ή Εκκλησία και στις περισσότερες οι καμένες εκτάσεις έγιναν προέκταση του οικιστικού ιστού.
1981 Κοκκιναράς Κάηκαν 6.125 στρέμματα, ενώ θρηνήσαμε και τρεις νεκρούς. Το 1996 η Εκκλησία είχε προσπαθήσει να βγάλει μέρος της έκτασης στο σφυρί.
1982 Διόνυσος
Κάηκαν 13.600 στρέμματα, περισσότερα από 40 σπίτια και δυο άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Σήμερα ευτυχώς ένα μεγάλο μέρος καλύπτεται και πάλι από πράσινο και μεγάλα δέντρα
1992
Αυλώνας
Περισσότερα από 67.000 στρέμματα γίνονται στάχτη στην πυρκαγιά που ξεκίνησε από τη χωματερή του Αυλώνα και έφτασε μέχρι τον Ωρωπό.
1993
Αγ. Στέφανος
Κάηκαν 11.000 στρέμματα δασικής και θαμνώδους έκτασης. Σήμερα, έπειτα από 15 χρόνια, ο οικισμός έχει επεκταθεί γεωμετρικά
1995
Πεντέλη Η πρώτη μεγάλη πυρκαγιά στο Πεντελικό όρος έκαψε 57.000 στρέμματα. Το πευκοδάσος γίνεται στάχτη και οι δεκάδες διεκδικητές αρχίζουν τις αιτιάσεις.
1998 Πεντέλη Το δεύτερο χτύπημα των εμπρηστών αποτελειώνει την Πεντέλη. Περισσότερα από 70.000 στρέμματα καίγονται, ενώ το μεγαλύτερο μέρος αφορά αναγεννημένο δάσος από την προηγούμενη πυρκαγιά
2007 Πάρνηθα. Κάηκαν 50.000 στρέμματα και χάθηκε το 1/3 του Εθνικού Δρυμού. Τα 18.000 ήταν παρθένο ελατόδασος.
Πεντέλη. Με 10.800 στρέμματα να γίνονται στάχτη για τρίτη φορά, το βουνό είναι πλέον οριστικά λαβωμένο.
«Το να αποκαλούμε την κλιματική αλλαγή όπλο μαζικής καταστροφής δεν είναι υπερβολή», λέει στην «Ε» ο σερ Τζον Χότον. Ως επικεφαλής δύο εκ των ομάδων εργασίας της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (Intergovernmental Panel on Climate Change - IPCC), ο σερ Τζον Χότον ήταν ένας από τους επιστήμονες που μοιράστηκαν το Νόμπελ Ειρήνης το 2007 μαζί με τον πρώην αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Αλ Γκορ.
Τζον Χότον: Κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν επίτηδες σύγχυση
Στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαμε μαζί του, μας μίλησε για την ηθελημένη προσπάθεια δημιουργίας σύγχυσης και παραπληροφόρησης γύρω από την κλιματική αλλαγή, αλλά και για την ανάγκη να ληφθούν αμέσως μέτρα για να αποφευχθούν μεγαλύτερες καταστροφές.
Το IPCC ιδρύθηκε το 1988 με απόφαση των Ηνωμένων Εθνών, προκειμένου να μελετήσει επιστημονικά την κλιματική αλλαγή, καθώς είχαν αρχίσει να εκφράζονται φόβοι για τις επιπτώσεις της συγκέντρωσης αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα. Εχει παράξει τέσσερις εκθέσεις που συνιστούν περιλήψεις μεγάλου όγκου ερευνών από επιστήμονες σε όλο τον κόσμο και αποτελούν τη βάση για τη χάραξη πολιτικής του ΟΗΕ και για το Πρωτόκολλο του Κιότο. Ο κ. Χότον έχει επίσης τελέσει διευθυντής της Βρετανικής Μετεωρολογικής Υπηρεσίας (Met Office) και καθηγητής Ατμοσφαιρικής Φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι πρόεδρος της «Πρωτοβουλίας Τζον Ρέι» («Jon Ray Initiative»), μιας οργάνωσης που «συνδέει το περιβάλλον με την επιστήμη και τον χριστιανισμό», και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Ιδρύματος Σελ (Shell Foundation), της ομώνυμης πετρελαϊκής πολυεθνικής.
Σε άρθρο σας στην εφημερίδα «Γκάρντιαν» το 2003 είχατε χαρακτηρίσει την κλιματική αλλαγή «όπλο μαζικής καταστροφής» και είχατε κατηγορηθεί ότι υπερβάλλατε για να περάσετε το μήνυμά σας. Εξακολουθείτε να πιστεύετε το ίδιο;
«Δεν υπερέβαλλα τότε. Αν θυμάστε, το 2003 ήταν η χρονιά που ένας πολύ μεγάλος καύσωνας στην κεντρική Ευρώπη είχε προκαλέσει τον πρόωρο θάνατο 30.000 ανθρώπων. Αιτία του καύσωνα ήταν η αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Το να μιλάμε γι' αυτό ως όπλο μαζικής καταστροφής δεν είναι υπερβολή - χάθηκαν τόσοι άνθρωποι λόγω ενός μόνο γεγονότος».
Μπορεί να μας πει με σιγουριά η επιστήμη ότι ακραία καιρικά φαινόμενα που έχουν παρατηρηθεί πρόσφατα οφείλονται στην κλιματική αλλαγή;
«Δεν μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι ένα απομονωμένο φαινόμενο οφείλεται στην κλιματική αλλαγή. Πολλά ακραία φαινόμενα θα συνέβαιναν ούτως ή άλλως λόγω της φυσικής διακύμανσης του κλίματος. Είναι ωστόσο η αύξηση που παρουσιάζει ο αριθμός αυτών των φαινομένων (βλέπουμε πιο πολλές πλημμύρες, περισσότερη ξηρασία, πιο ισχυρές καταιγίδες) που καταδεικνύει ότι η τάση αυτή οφείλεται στις ανθρώπινες δραστηριότητες. Ενα γεγονός όμως που ξεχωρίζει, γιατί πέφτει τόσο έξω από το εύρος των φυσικών διακυμάνσεων του κλίματος, είναι ο καύσωνας του 2003. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οφειλόταν κυρίως στην κλιματική αλλαγή».
Προσπαθώντας να παρακολουθήσω τις εξελίξεις στην επιστήμη της κλιματικής αλλαγής ως μη επιστήμονας, πρέπει να ομολογήσω ότι συχνά νιώθω μπερδεμένη. Για παράδειγμα, πρόσφατα είχε προκύψει από γερμανική έρευνα ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη θα σταματήσει για δέκα χρόνια («Ε» 02-05-08). Αλλη πρόσφατη έρευνα κατέληγε στο ότι η υπερθέρμανση δεν προκαλεί περισσότερους τυφώνες. Πιστεύετε ότι η σύγχυση γύρω από την κλιματική αλλαγή είναι ίσως ένας από τους λόγους που κρύβονται πίσω από την επιφυλακτικότητα ή και την αδράνεια πολιτικών και πολιτών;
«Πιστεύω ότι υπάρχουν κάποιοι που προσπαθούν να δημιουργήσουν επίτηδες σύγχυση. Για παράδειγμα, το IPCC δεν είπε ποτέ ότι η κλιματική αλλαγή προκαλεί περισσότερους τυφώνες. Οι ενδείξεις λένε ότι, λόγω της ανόδου στη θερμοκρασία των ωκεανών, θα αυξηθεί ο αριθμός των πιο ισχυρών τυφώνων, αλλά όχι ο συνολικός αριθμός των τυφώνων. Οσο για το θέμα της υπερθέρμανσης, έχουν γραφτεί πολλές ανοησίες σχετικά με το ότι τα τελευταία χρόνια η μέση ετήσια θερμοκρασία δεν έχει φτάσει στα επίπεδα του 1998. Το 1998 εξακολουθεί να έχει το ρεκόρ της υψηλότερης μέσης θερμοκρασίας, μεταξύ άλλων, λόγω του φαινομένου Ελ Νίνιο". Ετσι κάποιοι λένε ότι οι θερμοκρασίες υποχωρούν, ωστόσο αν παρατηρήσει κάποιος τη συνολική τάση από τη δεκαετία του '70 θα δει ότι είναι αυξητική. Υπάρχουν πολλές διακυμάνσεις και τα μοντέλα μας προβλέπουν ότι δεν θα έχουμε θερμοκρασίες εξίσου υψηλές με το 1998 πριν από το 2010. Κάποιοι προσπαθούν να στρεβλώσουν τα στοιχεία και να τα παρουσιάσουν με ανόητους τρόπους, που δείχνει ότι δεν γνωρίζουν τίποτα».
Νιώθετε ότι έχουν υπάρξει υπερβολικές διατυπώσεις από το στρατόπεδο της κλιματικής αλλαγής που έχουν βλάψει την αξιοπιστία του και έχουν οδηγήσει σε λανθασμένες αντιλήψεις;
«Κάποιες φορές ναι. Εμείς στο IPCC έχουμε υπάρξει πολύ προσεκτικοί στις διατυπώσεις μας. Αν κοιτάξει κάποιος την ιστορία μας θα το διαπιστώσει. Κάποιοι υπερβάλλουν όταν επιλέγουν το υλικό που σχολιάζουν. Ενα παράδειγμα είναι τα στοιχεία για την άνοδο της στάθμης των ωκεανών -πολλοί μιλούν σαν να πρόκειται να ανέβει ολόκληρα μέτρα, όταν το IPCC έχει κάνει λόγο για άνοδο της τάξης του μισού μέτρου αυτόν τον αιώνα, ίσως και λίγο παραπάνω. Υπάρχει η πιθανότητα και για μεγαλύτερη άνοδο, αλλά δεν το γνωρίζουμε με σιγουριά, οπότε δεν το λέμε. Πολλοί έχουν προσπαθήσει να προκαλέσουν τρόμο μιλώντας για μεγαλύτερη άνοδο, αλλά ακόμα και η άνοδος του μισού μέτρου είναι ικανή να οδηγήσει στη μετακίνηση δεκάδων εκατομμυρίων ανθρώπων στην Ινδία, το Μπανγκλαντές, τη νότια Κίνα -τα πράγματα είναι ήδη δύσκολα χωρίς να προσπαθεί κανείς να υπερβάλει. Τα ΜΜΕ τείνουν να επιλέγουν τα πιο ακραία θέματα και είναι κρίμα».
Ενας από τους συναδέλφους σας στο IPCC, ο Μάρτιν Πάρι, έχει πει ότι «η επιλογή που μας παρουσιάζεται είναι ανάμεσα σε έναν κόσμο που έχει υποστεί ζημιά και σε έναν κόσμο που έχει υποστεί σοβαρή ζημιά». Συμφωνείτε με αυτήν την απαισιόδοξη εκτίμηση;
«Ναι. Είμαστε ήδη στον δρόμο που οδηγεί σε σημαντική αλλαγή του κλίματος. Δεν έχουμε δει μεγάλο κομμάτι της, επειδή οι ωκεανοί χρειάζονται χρόνο για να θερμανθούν. Ακόμα κι αν δεν υπήρχε άλλη άνοδος στη θερμοκρασία της ατμόσφαιρας, οι θερμοκρασίες των ωκεανών θα συνέχιζαν να ανεβαίνουν για 20 με 30 χρόνια. Αν δεν θέλουμε η ζημιά να γίνει πολύ πιο σοβαρή, πρέπει να προσπαθήσουμε να βάλουμε φρένο στη διαδικασία όσο πιο γρήγορα μπορούμε».
Υπάρχουν συμφέροντα πίσω από όσους αμφισβητούν την κλιματική αλλαγή;
«Υπάρχουν πολύ ισχυρά συμφέροντα. Η ExxonMobil έχει υπάρξει ιδιαιτέρως δραστήρια στο να προωθεί τα επιχειρήματα των σκεπτικιστών. Δεν κάνουν το ίδιο όμως όλες οι πετρελαϊκές εταιρείες. Αλλες επιχειρήσεις, όπως η Shell και η ΒΡ, αναγνωρίζουν ότι η κλιματική αλλαγή είναι πραγματικότητα και εργάζονται σκληρά για να αναπτύξουν ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Υπάρχουν επίσης πολλοί που υπερβάλλουν ως προς τις αλλαγές που πρέπει να κάνουμε στον τρόπο ζωής μας ώστε να αποτρέψουμε περαιτέρω καταστροφές. Λένε ότι οι αλλαγές που πρέπει να κάνουμε στην καθημερινή μας ζωή είναι τόσο μεγάλες που είναι ανέφικτες και χρησιμοποιούν τα στοιχεία οικονομολόγων που έχουν κάνει μάλλον ανεπαρκείς μελέτες για το πόσο θα μας κόστιζε. Δεν είναι έτσι όμως, μπορούμε να κάνουμε πράγματα που δεν θα έχουν τόσο σοβαρές επιπτώσεις στον τρόπο ζωής μας».
Ποιος είναι ο λόγος που η ανταπόκριση των κυβερνήσεων στην απειλή της κλιματικής αλλαγής έχει υπάρξει ανεπαρκής;
«Οι κυβερνήσεις χρειάζονται πολύ χρόνο για να δράσουν. Στην πραγματικότητα πάντως έχουν πάρει το θέμα πολύ σοβαρά. Οταν βέβαια μιλάμε για τους θεσμούς των Ηνωμένων Εθνών, εκεί χρειάζεται ομοφωνία και υπάρχουν ακόμα χώρες -ιδιαίτερα οι πετρελαιοπαραγωγοί και οι ΗΠΑ (αν και ελπίζω αυτό να αλλάξει σύντομα)- που αντιστέκονται. Είναι πολύ δύσκολο λοιπόν να έχουμε ομόφωνες αποφάσεις, αλλά νομίζω ότι πηγαίνουμε προς τα εκεί».
Συνολικά, είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος ως προς το τι μπορεί ρεαλιστικά να επιτευχθεί στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής;
«Είμαι αισιόδοξος, για τρεις κυρίως λόγος. Πρώτον, έχω δει την αφοσίωση της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας. Χιλιάδες επιστήμονες απ' όλο τον κόσμο έχουν συγκεντρωθεί στο IPCC και έχουν καταλήξει σε μια έκθεση κατόπιν συναίνεσης, το οποίο θεωρώ αξιοσημείωτο επίτευγμα αν σκεφτεί κανείς ότι προέρχονται από τόσες διαφορετικές κουλτούρες και έχουν διαφορετικούς στόχους. Ωστόσο όλοι αναγνωρίζουν ότι η επιστήμη τους λέει ότι η κλιματική αλλαγή συμβαίνει πραγματικά. Ο δεύτερος λόγος που είμαι αισιόδοξος είναι ότι η τεχνολογία που μας επιτρέπει να μειώσουμε τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου υπάρχει ήδη. Ο τρίτος λόγος είναι ότι είμαι χριστιανός και πιστεύω ότι έχουμε ευθύνη να προσέχουμε τον πλανήτη. Και επειδή πιστεύω ότι ο Θεός είναι εκεί για να μας βοηθήσει να το κάνουμε, είμαι αισιόδοξος ότι θα τα καταφέρουμε». *
«Οι συγκεκριμένες και μετρήσιμες δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει, τόσο για τη μείωση των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου όσο και για τη διεύρυνση της χρήσης πηγών ανανεώσιμης ενέργειας, για ακόμη μία φορά θέλω να τονίσω ότι θα τηρηθούν στο ακέραιο». Ετσι δήλωσε ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κώστας Καραμανλής, κατά τη συνάντησή του με τους Ελληνες επιστήμονες, οι οποίοι συμβραβεύτηκαν με το Νόμπελ Ειρήνης για το 2007.
Είναι όμως πραγματικά αυτή η αλήθεια; Η χώρα μας θα εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις -και αν ναι, τότε ποιες είναι αυτές; Ας μην ξεχνάμε ότι η Ελλάδα ανήκει στις ελάχιστες αναπτυγμένες χώρες που έχουν την (ανήθικη) υποχρέωση να περιορίσουν την αύξηση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε 25% έως το 2010 σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990. Ακόμα και αυτόν όμως τον στόχο η χώρα μας δύσκολα θα καταφέρει να τον τηρήσει. Η Ελλάδα ήδη από το 2006 έχει αυξήσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα κατά 24,6%, ενώ η Ευρωπαϊκή Ενωση προβλέπει ότι με τα υπάρχοντα μέτρα της κυβέρνησης οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου θα αυξηθούν τελικά κατά 34,7% έως το 2010. Αντίστοιχα, για το έτος 2008 η Ελλάδα, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Ανάπτυξης, θα καλύψει το 8,4% της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ, όταν σύμφωνα με την ευρωπαϊκή νομοθεσία προβλέπεται για το 2010 αντίστοιχος στόχος της τάξης του 20,1%.
Η ελληνική κυβέρνηση δείχνει ανίκανη να αντιληφθεί ότι η ενεργειακή πολιτική και η κλιματική πολιτική αποτελούν τις διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Την ίδια στιγμή που ο Ελληνας πρωθυπουργός δηλώνει βέβαιος ότι η χώρα μας θα εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις για την ανάπτυξη των ΑΠΕ και τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η γραφειοκρατία του ΥΠΕΧΩΔΕ ουσιαστικά απαγορεύει την εγκατάσταση νέων συστημάτων ΑΠΕ και το ΥΠΑΝ σχεδιάζει την κατασκευή νέων ανθρακικών και πετρελαϊκών σταθμών.
Αντίστοιχα συμπτώματα «σχιζοφρένειας» παρουσιάζει και η ΔΕΗ. Ο διευθύνων σύμβουλος του μεγαλύτερου ρυπαντή στην Ελλάδα, κ. Αθανασόπουλος, ζήτησε πλήρη απελευθέρωση των τιμολογίων. Η αύξηση αυτή αποτελεί, σύμφωνα με τη ΔΕΗ, τον μοναδικό τρόπο για την αποκατάσταση των οικονομικών ζημιών που προκαλεί η αύξηση των τιμών των καυσίμων και των εισαγωγών ενέργειας, καθώς και το κόστος της αγοράς δικαιωμάτων ρύπανσης. Την ίδια στιγμή όμως η ΔΕΗ σχεδιάζει την κατασκευή νέων πετρελαϊκών σταθμών στα νησιά του Αιγαίου (π.χ. Ρόδος, Λέσβος) και νέων ανθρακικών μονάδων στην ηπειρωτική Ελλάδα, αγνοώντας πλήρως τα τεράστια περιβαλλοντικά, οικονομικά και κοινωνικά οφέλη που προσφέρει η εξοικονόμηση ενέργειας.
Το μέλλον για τη δεύτερη περίοδο -μετά το 2012- του Κιότο προδιαγράφεται ακόμα πιο δυσοίωνο. Η Ελλάδα για το 2020 θα πρέπει να παράγει το 18% της τελικής κατανάλωσης ενέργειας από ΑΠΕ, ενώ προκειμένου να συμβάλει στην ευρωπαϊκή προσπάθεια για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 30% έως το 2020, η Ελλάδα θα πρέπει να μειώσει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά 4% (σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2005) για τους τομείς που δεν καλύπτονται από το σύστημα εμπορίας ρύπων (π.χ. μεταφορές) και 36% για τους τομείς που καλύπτονται (π.χ. ηλεκτροπαραγωγή). Επιπλέον, το δικαίωμα ρύπανσης για κάθε εταιρεία δεν θα παραχωρείται δωρεάν από το ΥΠΕΧΩΔΕ, αλλά θα δημοπρατείται. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τη ΔΕΗ, καθώς η εταιρεία εκπέμπει περισσότερους από 50 εκατ. τόνους διοξειδίου του άνθρακα ετησίως.
Απομένει λοιπόν να δούμε: θα αντιληφθεί επιτέλους η ελληνική κυβέρνηση ότι ο μοναδικός τρόπος για να συμβάλει η Ελλάδα στην καταπολέμηση των κλιματικών αλλαγών και να εξασφαλίσει ενεργειακή επάρκεια είναι η εξοικονόμηση ενέργειας σε συνδυασμό με τις ΑΠΕ, ή θα συνεχίσει τη σημερινή ενεργειακή πολιτική με καταστροφικές επιπτώσεις για το περιβάλλον, την εθνική οικονομία και την κοινωνία;
Μπορεί οι νόμοι της φύσης να μην επηρεάζονται από τις οικονομικές κρίσεις, δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την τύχη των κυβερνήσεων και άρα με τις πολιτικές τους επιλογές, που η τελευταία «ατυχής» συγκυρία της κατακόρυφης ανόδου της τιμής των τροφίμων τείνει να τις μεταλλάξει. Αυτή είναι μια καλή αφορμή. Στο παρελθόν υπήρξαν κι άλλες.
Το θέμα όσον αφορά τις ρητορείες γύρω από τις λεγόμενες «πράσινες» πολιτικές και το ρεαλιστικά αντιμετωπίσιμο κόστος ανταπόκρισης στις φυσικές καταστροφές, τη μαζική μετανάστευση, την έλλειψη τροφίμων και την ξηρασία έχει να κάνει μάλλον με τη δυνατότητα υιοθέτησης ενός πραγματικά «ανανεώσιμου» οικονομικού μοντέλου καθώς και την ευελιξία λήψης προληπτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των συνεπειών του φαινομένου της αύξησης της θερμοκρασίας της Γης.
«Φιλικές για το περιβάλλον» ναι, για τους πολίτες όμως...
Οι «πράσινες» επιλογές κυβερνήσεων ανά τον κόσμο είχαν από την πρώτη στιγμή της εφαρμογής τους το μεγάλο μειονέκτημα ότι στοίχιζαν ακριβά στους πολίτες. Ετσι, όχι χωρίς λόγο καθετί «φιλικό προς το περιβάλλον» συνδέθηκε στη συνείδησή τους ως πολυτέλεια, που όταν είχαν την επιλογή δεν ήταν πάντοτε σε θέση να επιτρέψουν στον εαυτό τους. Για παράδειγμα οι αποφάσεις επιβολής ακριβής φορολογίας σε πολίτες που είχαν περισσότερο ρυπογόνα οχήματα (για να μην πάμε μακριά, η κυβέρνηση Μπράουν βρίσκεται τώρα σε αυτή τη δίνη) από πολλές ευρωπαϊκές ηγεσίες, έμοιαζε περισσότερο με τιμωρία σε βάρος εκείνων των πολιτών που αγόρασαν «ακατάλληλα» αυτοκίνητα προτού τα καθαρότερα να είναι διαθέσιμα στο ευρύ κοινό σε ένα λογικό κόστος.
Η λεγόμενη οικο-φορολογία ήταν και είναι επίσης ένα μεγάλο αγκάθι, που τροφοδοτεί τον σκεπτικισμό ενάντια στην περιβαλλοντική πολιτική. Είναι σε ένα μεγάλο βαθμό ορατός ο κίνδυνος κάθε «πράσινη» επιλογή να εκλαμβάνεται αυτόματα ως ένα τεράστιο οικονομικό φορτίο. Ούτως ή άλλως το λάιφ στάιλ με τις ανακυκλώσιμες σακούλες που «φιλοξενούν» απλησίαστα για τον πολύ κόσμο λαχανικά, γαλακτοκομικά, ζυμαρικά κι ένα σωρό «βιολογικά» προϊόντα «ανεκτίμητης» αξίας, καθιερώθηκε στηριγμένο στη γραφικότητα της διακριτικής πολυτέλειας. Εντελώς αντίθετα όμως, οι πράσινοι φόροι θα έπρεπε να ωθούν τους πολίτες σε πιο πράσινες επιλογές και όχι να τους τιμωρούν για τις κακές επιλογές του παρελθόντος χωρίς να τους προσφέρουν εναλλακτικές για το παρόν ούτε καν για το μέλλον!
«Πράσινος» ιμπεριαλισμός
Συχνά η πολιτική συνείδηση κρατά μεγάλες αποστάσεις (ή αποστάσεις ασφαλείας κατά άλλους) από την εξέλιξη της κοινωνικής πραγματικότητας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της απόστασης μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας μπορεί να θεωρηθεί η πορεία του Πράσινου Κινήματος. Στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης και στη Βόρεια Αμερική οργανώσεις και πρωτοβουλίες που αυτοπροσδιορίζονται ως «πράσινες» θεωρείται ότι είναι κατ' αρχήν αντίθετες στον ιμπεριαλιστικό μιλιταρισμό. Η επιτυχία του Κόμματος των Πρασίνων της Γερμανίας, του οποίου ο επί μακρόν ηγέτης, Γιόσκα Φίσερ, έφθασε στο αξίωμα του υπουργού Εξωτερικών, είναι, όχι σπάνια, σημείο αναφοράς για τη δυναμική των Πράσινων Κινημάτων στη δημιουργία αντιμιλιταριστικών εναλλακτικών επιλογών. Πολιτικοί αναλυτές όμως ήρθαν σε αμηχανία όταν ο κύριος Φίσερ ανταποκρίθηκε ενθουσιωδώς στην ανάπτυξη 7 χιλιάδων στρατιωτών από την Ευρωπαϊκή Ενωση στον Λίβανο και δικαιολόγησε τη θέση του με άρθρο του στη Suddeutsche Zeitung (to 2006) υπό τον τίτλο «Καλώς ήλθατε στην πραγματικότητα».
Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε ότι απείχε έτη φωτός από τη «δημοκρατία της ειρήνης» που πρέσβευαν οι Πράσινοι έναντι των αποστολών στο Κόσοβο, το Αφγανιστάν ή το Κονγκό. Ο Γιόσκα Φίσερ στην παρέμβασή του έκανε λόγο για στρατηγικά συμφέροντα και «στρατηγικές αλλαγές στο πολιτικό περιβάλλον».
Μόδα ήταν και πέρασε
Αν οι πράσινες πολιτικές επιλογές ήταν απλώς μια μόδα που, όπως κάθε μόδα, πέρασε, μπορεί κανείς να διακινδυνεύσει τις πιο ζοφερές προβλέψεις. Ομως αυτή δεν μπορεί να είναι η πιο υπεύθυνη προσέγγιση στην επίτευξη των στόχων που έχουν τεθεί σε διάφορα επίπεδα. Κανονικά πρέπει να απαγορεύονται οι επιτόπου αναστροφές όσον αφορά τις περιβαλλοντικές μας δεσμεύσεις. Η κρίση από την αύξηση της τιμής των τροφίμων συνιστά έναν μεγάλο κίνδυνο γιατί μπορεί να αποτελέσει το καλύτερο άλλοθι για να απομακρυνθούμε από στόχους όπως η μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, στο όνομα της ανάγκης -ας πούμε- βελτίωσης της προμήθειας καυσίμων, την ώρα που η τιμή τους εκτοξεύεται στα ύψη. Η λύση όμως βρίσκεται αλλού!
Τα λόγια περίσσεψαν. Οι πολιτικές χρεοκόπησαν. Το περιβάλλον δεν χρειάζεται πια προστασία, ήδη έχει καταρρακωθεί. Η περίφημη «ώρα μηδέν», για την οποία έκαναν λόγο τα μέσα ενημέρωσης εδώ και δεκαετίες, έχει περάσει καιρό τώρα. Υπερβολές; Ισως. Ωστόσο, μόνο με υπερβολές μπορεί ν' αντιμετωπιστεί πειστικά μια άλλη υπερβολή, αυτή της υποβάθμισής του. Στον υπόλοιπο πλανήτη αλλά και εδώ. Μόνο μ' ένα σοκ θ' αντιληφθούμε πως έχει πάψει πια η προστασία του περιβάλλοντος ν' αποτελεί αντικείμενο κάποιων επιστημονικών συζητήσεων.
Πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε, μας αφορά όλους και κυρίως αφορά τα παιδιά μας που καλούνται να σηκώσουν την πιο βαριά κληρονομιά.
Οπου και αν γυρίσει κανείς το βλέμμα, θα εντοπίσει την καταλυτική ανθρώπινη παρέμβαση, με αποτελέσματα που κάποιες φορές δεν χωρούν διορθώσεις. Δάση που έχουν αφανιστεί, ρέματα που έχουν μπαζωθεί, αιγιαλοί που έχουν καταπατηθεί, πόλεις εχθρικές στον άνθρωπο, κτίρια ενεργοβόρα, βιομηχανίες ρυπαίνουσες, χωματερές-ωρολογιακές βόμβες. Συνήθως κατανέμουμε ευθύνες γι' αυτά. Σε πολιτικούς, κυβερνήσεις, εκπροσώπους της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καταπατητές, βιομηχάνους. Είναι το αυτονόητο. Ολοι αυτοί -και όχι μόνο- εφαρμόζουν πολιτικές καταστροφικές ή δεν αποτρέπουν τακτικές υποβάθμισης. Δεν εφαρμόζουν τις οδηγίες του Κιότο, δίνουν τα περιθώρια παραπομπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, δεν υιοθετούν οδηγίες της Ε.Ε., αγνοούν νόμους και κανονισμούς, δεν ενδιαφέρονται για την ίδια μας τη ζωή.
Ωστόσο, όλοι αυτοί είναι και ο εύκολος στόχος, ο πιο ανέξοδος. Κάποια στιγμή πρέπει ν' αναλογιστούμε τις δικές μας ευθύνες, τις προσωπικές. Και έχουν δύο πτυχές αυτές. Η πρώτη αφορά τις πολιτικές επιλογές μας, δεν προτάσσουμε την προστασία του περιβάλλοντος ως όρο πρωταρχικό τη στιγμή της κάλπης ή δεν πιέζουμε εκπροσώπους μας ν' αλλάξουν πολιτικές. Η δεύτερη συνδέεται με τη στάση ζωής μας. Τα φιλικά προς το περιβάλλον κτίρια που φτιάχνουμε, η καθαριότητα έξω από τους προσωπικούς μας χώρους, η προστασία των μικρών οάσεων είτε λέγονται δάση είτε θάλασσες εξαρτώνται από μας, απ' όλους εμάς.
Η αυτοοργάνωση για την ίδια μας τη ζωή είναι περισσότερο αναγκαία από ποτέ. Ελπίδα υπάρχει, τη βρίσκεις εύκολα. Αρκεί να σκεφτείς τους χιλιάδες εθελοντές που φυλάνε τα δάση, εκείνους που καθαρίζουν τις ακτές, αυτούς που επιλέγουν τρόπο ζωής φιλικό στο περιβάλλον, ακόμα και εκείνους που αφήνουν λίγες σταγόνες νερό στο καχεκτικό δέντρο του πεζοδρομίου μπροστά στο σπίτι τους. Ολοι αυτοί που πέρσι το καλοκαίρι χωρίς κομματική καθοδήγηση οργάνωσαν μια διαμαρτυρία για τις φωτιές έξω από τη Βουλή, αυξάνουν τις ελπίδες ότι οι πολίτες παίρνουν την υπόθεση στα χέρια τους... *
"

"
Comment