ΠΑΡΝΗΘΑ: η αφορμή για μια απόπειρα επιστημονικής προσέγγισης για τα ΜΤΟ και την φωτιά ή γιατί δεν πρέπει να γίνεται αναδάσωση
1)ορισμός Μεσογειακού κλίματος, ΜΤΟ και γεωγραφική παρουσία αυτών, η έννοια του ενδημισμού
Το μεσογειακό κλίμα χαρακτηρίζεται γενικά από καλοκαιρινή ξηρασία, χειμωνιάτικες κυρίως βροχοπτώσεις, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση από χρόνο σε χρόνο, ήπια μέχρι ζεστά-καυτά καλοκαίρια, ήπιους μέχρι ψυχρούς χειμώνες και έντονη ηλιακή ακτινοβολία, ιδίως το καλοκαίρι. Το μεσογειακό κλίμα απαντάται στην παραμεσόγειο περιοχή, αλλά και σε όλες τις κατοικημένες ηπείρους και μάλιστα στις δυτικές ακτές τους: στην Καλιφόρνια, στην Κεντρική Χιλή, στο νοτιοδυτικό άκρο της Αυστραλίας, κοντά στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Αφρική. Γενικά, οι περιοχές με μεσογειακό κλίμα βρίσκονται μεταξύ γεωγραφικού πλάτους περίπου 30-40ο βόρεια και νότια του ισημερινού. Η ομοιότητα των κλιματικών συνθηκών στις περιοχές αυτές, οδήγησε στην εγκατάσταση όμοιων συστημάτων, που ορίζονται ως Μεσογειακού Τύπου Οικοσυστήματα (ΜΤΟ). Σε όλα τα ΜΤΟ η βλάστηση έχει την ίδια φυσιογνωμία, ωστόσο η σύνθεση της χλωρίδας είναι εξαιρετικά ανόμοια.
Το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής μεσογειακής χλωρίδας και πανίδας είναι ο πολύ υψηλός ενδημισμός που αυτή εμφανίζει. Ως ενδημικό μιας περιοχής ορίζουμε ένα taxon (=μια ταξινομική μονάδα π.χ. είδος, γένος, οικογένεια) όταν η εξάπλωσή του βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο σε αυτή την περιοχή. Η έννοια του ενδημισμού δεν είναι απόλυτα καθορισμένη, ακριβώς επειδή ορίζεται βάσει του χώρου. Έτσι, ένα taxon μπορεί να είναι ενδημικό ενός μικρού νησιού ή ακόμη και μιας ολόκληρης ηπείρου. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι ελληνικοί ενδημικοί οργανισμοί στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι πρόκειται κυρίως για αυστηρά στενότοπους ενδημικούς οργανισμούς.
Η ελληνική χλωρίδα αποτελείται από μεσογειακά, μεσευρωπαϊκά και ιρανοκασπικά στοιχεία. Τα είδη φυτών που έχουν καταγραφεί ξεπερνούν τα 6.000 και τα ενδημικά είδη, σε σχέση με το μέγεθος της χώρας, είναι πολλά, εξαιτίας του ψηλού βαθμού απομόνωσης των πολυάριθμων βουνών και νησιών. Η πανίδα αποτελείται από πλούσιο μίγμα ευρωπαϊκών, ασιατικών και αφρικανικών ειδών και περιλαμβάνει αξιόλογο αριθμό ενδημικών ειδών. Η ιχθυοπανίδα των εσωτερικών υδάτων αποτελεί μια από τις πιο πλούσιες της Ευρώπης: 107 είδη, από τα οποία τα 37 είναι ενδημικά. Επιπλέον έχουν καταγραφεί 40 ενδημικά υποείδη ψαριών. Η ερπετοπανίδα είναι επίσης πλούσια, με τουλάχιστον 18 είδη αμφιβίων και 59 είδη ερπετών, 60% των οποίων απαντούν στην ευρύτερη περιοχή των ελληνικών υγροτόπων. Ακόμη, η Ελλάδα είναι εξίσου σημαντική και από άποψη ορνιθοπανίδας. Έχουν καταγραφεί 407 είδη πουλιών από τα οποία 240 φωλιάζουν στον ελληνικό χώρο. Μερικά είδη μάλιστα (π.χ. ο Αργυροπελεκάνος, Pelecanus crispus) δεν φωλιάζουν σε καμιά άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα θηλαστικά περιλαμβάνουν 116 είδη, από τα οποία 57 ανήκουν στην κατηγορία των απειλούμενων, σύμφωνα με την Παγκόσμια Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (ΙUCN). Τέλος, τα ασπόνδυλα περιλαμβάνουν περίπου 25.000 είδη, αριθμό εξαιρετικά υψηλό σχετικά με το μικρό μέγεθος της χώρας μας. (στοιχεία από: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΟΤΟΠΩΝ-ΥΓΡΟΤΟΠΩΝ, www.ekby.gr)
Στην Πάρνηθα, συγκεκριμένα, από τα 1.100 περίπου είδη φυτών που έχουν καταγραφεί, 92 είναι ελληνικά ενδημικά και 42 είναι Βαλκανικά ενδημικά (Απλαδά, 2003). Από τα 92 ελληνικά ενδημικά, άλλα από αυτά εξαπλώνονται μόνο στην Αττική, άλλα μόνο στη Στερεά Ελλάδα, άλλα στη Νότια Ελλάδα κ.ο.κ. Τα περισσότερα ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που έχουν ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα (π.χ. Κεφαλληνιακή ελάτη - Abies cephalonica). Δύο είδη είναι αποκλειστικά ενδημικά της Πάρνηθας, δηλαδή δεν απαντώνται σε κανένα άλλο μέρος της γης: η καμπανούλα (Campanula celsii ssp. parnesia) και το αγριογαρύφαλλο της Πάρνηθας (Silene oligantha ssp. parnesia). Τα παραπάνω στοιχεία θα μπορούσαν να είναι ενδεικτικά ως ένα βαθμό για το μέγεθος της καταστροφής από την πυρκαγιά, ειδικά αν σκεφτούμε ότι πρόκειται αποκλειστικά για στοιχεία ενδημισμού της χλωρίδας και όχι της πανίδας της περιοχής. (στοιχεία από: www.parnitha-np.gr)
2)η δράση της φωτιάς στα ΜΤΟ, συχνότητα πυρκαγιών και πιθανά αίτια αυτών
Τα ΜΤΟ έχουν εξελιχθεί σε ιδιαίτερα στενή σχέση με τη φωτιά. Οι έντονα εναλλασσόμενες κλιματικές συνθήκες προκαλούν ταχεία αποξήρανση στη θαμνώδη και ποώδη βλάστηση, κάνοντάς τη πολύ εύφλεκτη σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Αποτέλεσμα είναι η συχνή εμφάνιση πυρκαγιών στα συστήματα αυτά, στο βαθμό που οι βιοκοινότητές τους να θεωρούνται ως «κλίματα φωτιάς» (fire climax) ή πυρότυποι (fire type).
Από τους φυσικούς παράγοντες που «ενοχοποιούνται» για την πρόκληση φωτιάς είναι οι κεραυνοί και οι εκρήξεις ηφαιστείων (όπως π.χ. στην Καλιφόρνια). Η ανθρωπογενής δράση, σε σχέση με την εξέλιξη των οικοσυστημάτων αυτών από τη δράση της φωτιάς, είναι εξαιρετικά περιορισμένη, αν αναλογιστούμε ότι ο άνθρωπος γνωρίζει να διατηρεί τη φωτιά εδώ και 500.000 χρόνια, ειδικά αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι έμαθε να την προκαλεί σχετικά πρόσφατα, 20.000 χρόνια πριν. Ως εκ τούτου, δε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η ανθρωπογενής παρέμβαση έχει επηρεάσει σημαντικά τις προσαρμογές των οργανισμών στη φωτιά (η έννοια του εξελικτικού χρόνου διαφέρει παρά πολύ από αυτή του ιστορικού χρόνου!). Ωστόσο, δε θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο άνθρωπος να ευθύνεται για την εξάπλωση κάποιων οργανισμών που είχαν ήδη αναπτύξει κάποια «πυρο-χαρακτηριστικά».
Η συχνότητα των πυρκαγιών στα ΜΤΟ υπολογίζεται περίπου στα 25 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως τα ΜΤΟ όχι μόνο καταφέρουν να επανακάμπτουν φυσικά, αλλά και εξελίσσονται μέσα από την εκδήλωση πυρκαγιών με αυτή τη συχνότητα. Αυτό είναι σημαντικό για να μην οδηγηθούμε στο άλλο άκρο, δηλαδή να εμποδίζουμε την εκδήλωση πυρκαγιάς με κάθε τύπου ανθρωπογενή παρέμβαση (βλ. πχ. Δάσος Δαδιάς στον Έβρο). Τα ΜΤΟ είναι «μαθημένα» να επιβιώνουν και να επωφελούνται από τη δράση της πυρκαγιάς που οφείλεται σε φυσικά αίτια και με αυτή τη συχνότητα.
Σήμερα, το μεγαλύτερο ποσοστό πυρκαγιών, τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς την έκταση που καίγεται, αποδίδεται σε απροσεξία και άγνωστες αιτίες(!). Αυτό, προφανώς, και δε συνέβαινε στο μακρινό παρελθόν. Είναι γεγονός πως στο παρελθόν συνέβαιναν λιγότερα περιστατικά, τα οποία όμως έκαιγαν σημαντικά μεγαλύτερες εκτάσεις (αποδεικνύεται για την Ελλάδα με στατιστικά στοιχεία τουλάχιστον τα τελευταία 40 χρόνια). Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με πολλά επιχειρήματα, ειδικά αν αναλογιστούμε που στηριζόταν η ελληνική οικονομία πριν από 40-50 χρόνια. Η στενή σχέση που είχε η τοπική κοινωνία και οικονομία με τα δάση και τις δασικές εκτάσεις μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι σε αυτά. Αντίθετα, σήμερα, η εκμετάλλευση πρώτων υλών έχει μεταβληθεί ποιοτικά και οι συνθήκες ζωής, ειδικά στα αστικά κέντρα, έχουν οδηγήσει τα δάση να υφίστανται τεράστια πίεση μετατροπής σε χώρους δεύτερης κατοικίας ή τουριστικά και εμπορικά συγκροτήματα.
3)επιπτώσεις της φωτιάς στο αβιοτικό και στο βιοτικό περιβάλλον
Οι επιπτώσεις οποιασδήποτε τύπου παρέμβασης σε ένα οικοσύστημα είναι αρκετά δύσκολο να μελετηθούν ή ακόμα και να διαφανούν άμεσα, καθώς αυτή επηρεάζει τόσο το αβιοτικό, όσο και το βιοτικό (=το σύνολο των ζωντανών οργανισμών) περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση, οι τεράστιες αλληλεπιδράσεις, συχνά μη προφανείς, δυσκολεύουν την προσέγγιση, μελέτη, εξήγηση και μετέπειτα πρόταση διαχείρισης ενός καμένου οικοσυστήματος.
Εντελώς επιγραμματικά, η φωτιά στο αβιοτικό περιβάλλον άμεσα προκαλεί αλλαγές στη δομή της επιφάνειας του εδάφους και θέρμανση του εδάφους. Έμμεσα, η απανθράκωση της οργανικής ύλης του εδάφους (κυρίως νεκροί οργανισμοί και τμήματα αυτών, π.χ. φύλλα, κλαδιά) αυξάνει την πυκνότητα του εδάφους (=> μειώνεται έτσι ο αερισμός και η διαβρεξιμότητά του) και το pH του. Παράλληλα, και σε συνδυασμό με τη μείωση της υγρασίας και της υδατοχωρητικότητάς του (=της ικανότητάς του να διατηρεί το νερό) δημιουργείται ένα στρώμα εδάφους που απωθεί το νερό, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την εκ νέου ανάπτυξη φυτών και ζώων στην περιοχή. Επιπλέον, μετά τη φωτιά, αυξάνει ο κίνδυνος διάβρωσης του εδάφους, ο οποίος εξαρτάται άμεσα από τη φύση και την κλίση του εδάφους, αλλά και από τα κλιματικά χαρακτηριστικά της περιοχής.
Όσον αφορά στο βιοτικό περιβάλλον, έχει σημασία να διακρίνουμε τις κατηγορίες των ζωντανών οργανισμών πριν να εξετάσουμε τις επιπτώσεις σε αυτούς. Έτσι, διακρίνουμε τους παραγωγούς (=κυρίως τα φυτά, που μέσω της φωτοσύνθεσης «προσφέρουν» στο οικοσύστημα την οργανική ύλη για να στηριχθεί αυτό), τους καταναλωτές (=φυτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα που τρέφονται από τους παραγωγούς ή και άλλους καταναλωτές, αντίστοιχα) και τους αποικοδομητές (=οργανισμοί που «αναλαμβάνουν» να αποικοδομήσουν την οργανική ύλη των νεκρών παραγωγών και καταναλωτών, ώστε να υπάρχει ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων που θα ξαναχρησιμοποιηθούν από τα φυτά για την παραγωγή οργανικής ύλης).
Η κατ επανάληψη δράση της φωτιάς στα ΜΤΟ έχει δημιουργήσει προσαρμογές στους παραγωγούς αυτών. Πιο συγκεκριμένα, τα φυτά των ΜΤΟ έχουν αναπτύξει μηχανισμούς αποφυγής ή και αντιμετώπισης- επιβίωσης- ανάκαμψης ύστερα από την πυρκαγιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα πεύκα, τα οποία έχουν την ικανότητα να παράγουν σπέρματα (μέσα στα γνωστά μας κουκουνάρια), και τα οποία βρίσκονται θαμμένα στο χώμα. Μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς και αν φυσικά βρεθούν υπό τις κατάλληλες κλιματικές συνθήκες, τα σπέρματα φυτρώνουν και τα πεύκα επανεμφανίζονται στην καμένη περιοχή. Από την άλλη, υπάρχουν και παραγωγοί που έχουν την ικανότητα να αναβλαστάνουν όπως π.χ. το πουρνάρι (Quercus coccifera), ο σχίνος (Pistacia lentiscus) και ο κέδρος (Juniperus oxycedrus). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις (φύτρωση σπερμάτων και αναβλάστηση), τόσο ο χρόνος έναρξης της «ανάκαμψης», όσο και η επιβίωση των αρτιβλάστων και των αναβλαστημάτων ποικίλει και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, φυσικούς και μη. Το μόνο σίγουρο είναι πως η ανάκαμψη σε επίπεδο παραγωγών γίνεται σχετικά γρήγορα, αρκεί η περιοχή να μην υποστεί καμία δευτερογενή παρέμβαση στο άμεσο μέλλον, δηλαδή για περίπου 15 χρόνια!
Σε ό,τι έχει να κάνει με τους καταναλωτές, η απόπειρα γενίκευσης οποιωνδήποτε συμπερασμάτων είναι συνήθως προβληματική. Αυτό πρακτικά οφείλεται τόσο στα καθαυτά χαρακτηριστικά της φωτιάς (ένταση, διάρκεια, συχνότητα, έκταση καιόμενης περιοχής, καύσιμη ύλη, εποχή, είδος και χαρακτηριστικά εδάφους), όσο και στο γεγονός ότι η περισσότερη πληροφόρηση που υπάρχει σχετικά με την επίδραση της φωτιάς στην πανίδα αναφέρεται στην τροποποίηση της δομής της κοινότητας και την επακόλουθη δράση στην τροφή και το ενδιαίτημα που χρησιμοποιούν τα διάφορα είδη της πανίδας. Έτσι, κάποια είδη ζώων επηρεάζουν την πιθανότητα εμφάνισης μιας πυρκαγιάς, κάποια κατά την καύση σκοτώνονται, ενώ άλλα έχουν μηχανισμούς πρόβλεψης ή αποφυγής της φωτιάς (κυρίως μέσω της συμπεριφοράς τους). Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πυρκαγιά, το μέγεθος του πληθυσμού, η επιβίωση και αναπαραγωγή των περισσότερων πανιδικών πληθυσμών εξαρτάται απόλυτα από την ανάπτυξη της φυτοκοινότητας της περιοχής. Τέλος, σε περιβάλλοντα που υπόκεινται συχνά στη δράση της φωτιάς έχουν επιλεγεί εξελικτικά διάφορες προσαρμογές που «πριμοδοτούν» τα είδη που τις φέρουν με την ικανότητα επιβίωσης ή αποφυγής των επιπτώσεων της πυρκαγιάς. Και στην περίπτωση των καταναλωτών, οι συνέπειες από τη δράση της πυρκαγιάς διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες, ωστόσο η ανάλυση αυτών ξεφεύγει από τα πλαίσια και τους στόχους του συγκεκριμένου άρθρου.
Η επίδραση της πυρκαγιάς στους αποικοδομητές εντοπίζεται κυρίως στις αυξομειώσεις των πληθυσμών τους, ως άμεσο αποτέλεσμα από τις φυσικοχημικές μεταβολές που συμβαίνουν στο έδαφος, όπου, δηλαδή, αυτοί εδράζονται.
4) διαχείριση των καμένων ΜΤΟ - γιατί όχι αναδάσωση?
Τα φυσικά ΜΤΟ είναι προσαρμοσμένα να αντιμετωπίζουν τη φωτιά. Η φωτιά είναι ,όμως, ταυτόχρονα και μια μορφή καταστροφής. Ωστόσο, επειδή υπό «κανονικές» συνθήκες μια μεσογειακή περιοχή μπορεί να καεί χωρίς μακροπρόθεσμα να υποστεί υποβάθμιση ως προς την ποικιλότητα, τη δομή και τη γονιμότητα των εδαφών της, με περιοδικότητα περίπου 40 χρόνων, η φωτιά αυτή καθαυτή δεν αποτελεί καταστροφή, αλλά κυκλική διαταραχή.
Η καλύτερη τακτική είναι να αφήσουμε την περιοχή να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς της και να τα βγάλει πέρα μόνη της χωρίς πρόβλημα. Από την άλλη, το γεγονός ότι τα ΜΤΟ διαθέτουν προσαρμοστικούς μηχανισμούς απόκρισης στη φωτιά σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως αυτοί θα ενεργοποιηθούν και θα «λειτουργήσουν αποτελεσματικά» ανεξάρτητα από τη μεταπυρική διαχειριστική πολιτική που θα εφαρμοστεί. Για να μπορέσει το ΜΤΟ να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδικασία ανάκαμψής του μετά τη φωτιά πρέπει να αφεθεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, που μπορεί να σχετίζεται με την ξύλευση, τη βόσκηση και τις αναδασώσεις, ειδικά, μάλιστα, στα πρώτα στάδια της μεταπυρικής διαδοχής όπου το σύστημα είναι ιδιαίτερα «εύθραυστο».
Η ξύλευση γίνεται κυρίως με χρήση μηχανικών μέσων τα δύο πρώτα, συνήθως, χρόνια μετά τη φωτιά, όταν τα αναβλαστήματα και τα αρτίβλαστα είναι εξαιρετικά ευάλωτα. Πέρα, λοιπόν, από την εκμετάλλευση των καμένων κορμών, το τραγικότερο είναι πως καταστρέφεται κάθε δομή που θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη συνέχιση της ύπαρξης του δάσους.
Η βόσκηση, αν και τυπικά απαγορεύεται, συνηθίζεται τα πρώτα χρόνια με την εκδήλωση πυρκαγιάς. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα αναβλαστήματα και τα αρτίβλαστα είναι ιδιαίτερα πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία με αποτέλεσμα να αποτελούν εξαιρετικής ποιότητας ζωοτροφή. Η βόσκηση, όμως στα κρίσιμα στάδια της έναρξης της μεταπυρικής διαδοχής, έχει τρομακτικής έκτασης συνέπειες, καθώς ανακόπτει την πορεία φυσικής αναγέννησης των οργανισμών (τα φυτά καταστρέφονται πριν «προλάβουν, λόγω ηλικίας, να αφήσουν απογόνους»), συμπιέζει το έδαφος, απομακρύνει ζωτικής σημασίας οργανική ύλη με αποτέλεσμα το έδαφος να διαβρώνεται και τελικά το οικοσύστημα να οδηγείται σε κατάρρευση.
Όσον αφορά, στο πάγιο αίτημα όλων των «φίλων του περιβάλλοντος και ευαισθητοποιημένων από την περιβαλλοντική καταστροφή του πλανήτη τα τελευταία χρόνια» (σημείωση: έχει γίνει αρκετά της μόδας το ζήτημα της οικολογίας τελευταία), στην αναδάσωση, συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως δε λύνει κανένα πρόβλημα, συχνότατα μάλιστα δημιουργεί και νέα!
Έτσι, αρχικά μπορούμε να δούμε τους «αναδασωτές» (οποίοι και αν είναι αυτοί, κρατικοί φορείς, ΜΚΟ, πρόσκοποι και λοιποί ακτιβιστές) να φυτεύουν σε μια περιοχή ξενικά είδη, είδη, δηλαδή, των οποίων η περιοχή φυσικής εξάπλωσης είναι διαφορετική! Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Υμηττού, όπου μετά από μια πυρκαγιά σε ένα πευκοδάσος χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis), οι «ευφυείς» αναδασωτές φύτεψαν πλήθος αριθμού ατόμων τραχείας πεύκης (Pinus brutia), η οποία βρίσκεται αυτοφυής στη Μακεδονία και στα νησιά του Αιγαίου(!). Το αποτέλεσμα αυτού ήταν αυτή τη στιγμή, κάποια, δηλαδή, χρόνια μετά από αυτή την επιτυχημένη αναδάσωση, στον Υμηττό να βρίσκουμε την τραχεία πεύκη και μάλιστα σε πληθυσμό αν όχι μεγαλύτερο, σίγουρα ίσο με αυτό της «ιθαγενούς» χαλεπίου.
Αν εξαιρέσουμε αυτό το φωτεινό παράδειγμα αδιαφορίας και ανευθυνότητας όσων μετείχαν σε αυτήν την κίνηση και υποθέσουμε ότι, από δω και πέρα, οι αναδασωτές ελέγχουν και φυτεύουν τα σωστά-ιθαγενή είδη, συνεχίζει η αναδάσωση να αποτελεί μέτρο επικίνδυνο για την ισορροπία του ΜΤΟ; Ναι!
Είναι σημαντικό όταν επιλέγουμε να παρέμβουμε σε κάθε τύπου σύστημα να γνωρίζουμε όσο το δυνατό καλύτερα, αν όχι πλήρως, το σύνολο των αλληλεπιδράσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών του και μεταξύ αυτών και του αβιοτικού περιβάλλοντός τους. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η αναδάσωση διαταράσσει τη φυσική και ταυτόχρονα δυναμική ισορροπία του συστήματος, καθώς αγνοεί την ύπαρξη και άλλων οργανισμών στην καμένη περιοχή και φυτεύει μόνο πεύκα ή έλατα, γιατί αυτά έβλεπε εκεί πριν τη φωτιά. Έτσι, κανείς δεν μπαίνει στη διαδικασία να φυτέψει θάμνους, πόες ή και ψυχανθή, τα οποία μπορεί μεν να μην προσφέρουν την ίδια «αισθητική ομορφιά» στο οικοσύστημα ή στις κάμερες που παρευρίσκονται για να απαθανατίσουν τη στιγμή, αλλά είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητα για την ανάκαμψη του συστήματος και την περαιτέρω επιβίωσή του. Παράλληλα, οι επιδράσεις που μπορεί να έχει η δενδροφύτευση στους υπόλοιπους πληθυσμούς της περιοχής είναι συχνά καταστροφικές, καθώς έχουν παρατηρηθεί εκρήξεις στους πληθυσμούς των εντόμων, εξαφάνιση των ειδών του υπορόφου του δάσους (δέντρων με μικρότερο ύψος) και ποικίλες αυξομειώσεις άλλων πληθυσμών. Το ζήτημα, σε τελική ανάλυση, ξεφεύγει από την «αισθητική ανάπλαση» της περιοχής, καθώς όλοι οι πληθυσμοί του ΜΤΟ, όπως και κάθε οικοσυστήματος, παρουσιάζουν μεταξύ τους τροφικές σχέσεις (μέσα από τις τροφικές αλυσίδες και κυρίως τα τροφικά πλέγματα), σχέσεις εξαιρετικά σύνθετες για να λυθούν με μια απλή αναδάσωση-δενδροφύτευση.
Πέρα από τις επιπτώσεις της αναδάσωσης σε επίπεδο δια-ειδικού ανταγωνισμού (=ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών ειδών), είναι αρκετά προφανές ότι υπάρχουν και επιπτώσεις σε επίπεδο ενδο-ειδικού ανταγωνισμού (=μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους). Πρακτικά, αν φυτευτεί ένα στην καλύτερη περίπτωση- δενδρύλλιο, σε σημείο όπου βρίσκεται έτοιμο να βλαστήσει, ή ακόμα και αν το έχει ήδη κάνει, ένα σπέρμα του ίδιου είδους (ή και διαφορετικού) είναι αυτονόητο ότι το δενδρύλλιο, όντας πιο αναπτυγμένο σε ύψος, διάμετρο, αγωγό σύστημα (=σύστημα μεταφοράς θρεπτικών συστατικών και νερού από τη ρίζα και προς το σώμα του φυτού), έχει αυξημένες πιθανότητες να επιβιώσει, καθώς έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στον ήλιο, στα θρεπτικά και στο νερό του εδάφους. Ως εκ τούτου, το σπέρμα ή και το αρτίβλαστο υφίσταται έναν αθέμιτο ανταγωνισμό, τον οποίο δεν είναι προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει.
Επιπρόσθετα, αν η αναδάσωση, για τον οποιοδήποτε λόγο, αποτύχει (ή αν η ίδια περιοχή ξανακαεί), δεν υπάρχει η δυνατότητα για επανάληψή της. Αυτό σχετίζεται, κατά βάση, με το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο πυρκαγιών και οφείλεται στην έλλειψη θρεπτικών στοιχείων από την πλευρά του αβιοτικού περιβάλλοντος και στην μη επιτυχή ολοκλήρωση της ενεργοποίησης των προσαρμοστικών μηχανισμών των ζωντανών οργανισμών (π.χ. σπέρματα, αναβλαστήματα, αυγά και γενικά «πυρο-ανθεκτικές μορφές οργανισμών»).
Προχωρώντας τη σκέψη αυτή ένα επίπεδο παραπάνω, το βασικό πρόβλημα που προκύπτει από την απόπειρα αναδάσωσης είναι η απώλεια της εξελικτικής συνέχειας των οργανισμών της περιοχής. Ακόμα, δηλαδή, και αν δεχτούμε ότι υπάρχει η γνώση και η βούληση, ώστε να πραγματοποιηθεί μια κίνηση «αναβίωσης» των πληθυσμών του δάσους στο σύνολό τους και στη σχετική ισορροπία μεταξύ τους (πράγμα ανέφικτο) και πάλι το ενδεχόμενο αυτής της παρέμβασης θα έπρεπε να αποκλειστεί. Το σύνολο των πληθυσμών κάθε οικοσυστήματος έχει προσαρμοστεί, μέσα από τη διαδικασία της φυσικής επιλογής και σε βάθος χρόνου (γεωλογικού και όχι ιστορικού), έτσι ώστε να αντιμετωπίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις φυσικές και βιολογικές παραμέτρους του συστήματος αυτού. Πλήθος αυτών των προσαρμογών εγγράφεται στο γενετικό υλικό (το περιβόητο DNA) των οργανισμών αυτών και κληρονομείται και στους απογόνους τους. Έτσι, κάθε σπέρμα, αναβλάστημα, αυγό ή επιβιώσας αριθμός ατόμων ενός πληθυσμού «κουβαλάει μέσα του» κάποιες από τις εξελικτικές προσαρμογές που σε βάθος χρόνου ανέπτυξαν οι «πρόγονοί» του. Η «διαγραφή» αυτού του τύπου των πληροφοριών, μέσω της μεταφοράς ενός γονιδιακά άλλου συστήματος στην καμένη περιοχή, θα λέγαμε, όχι ότι επαναφέρει την εξελικτική πορεία της περιοχής κάποιες χιλιάδες -ίσως και εκατομμύρια χρόνια- πίσω ή και μπροστά, αλλά σίγουρα την πηγαίνει σε ένα εντελώς διαφορετικό σημείο, με ό,τι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει για τη μετέπειτα εξελικτική της πορεία.
Από τα παραπάνω οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η φωτιά από μόνη της δεν αποτελεί απειλή για τα ΜΤΟ και ότι ο άνθρωπος δε θα μπορέσει να αποτρέψει την εμφάνισή της σε τακτά χρονικά διαστήματα, όποια μέτρα πρόληψης και αν λάβει. Ο προτιμότερος και πλέον αποδοτικός τρόπος για την αντιμετώπιση των καταστρεπτικών συνεπειών της πυρκαγιάς είναι η τακτική της «προγραμματισμένης φωτιάς». Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται κυρίως σε εποχές με αρκετή υγρασία και χωρίς ισχυρούς ανέμους, ενώ αξίζει να αναφερθεί πως χρησιμοποιείται και άλλες περιοχές με ΜΤ κλίμα, π.χ. Καλιφόρνια, Αυστραλία, Πορτογαλία, Γαλλία. Συνίσταται στην ελεγχόμενη καύση της εύφλεκτης φυτομάζας που αποτελούν τα πεσμένα νεκρά φυτικά υλικά (=στρωμνή), ο ποώδης και θαμνώδης όροφος, αφήνοντας σχεδόν ανέπαφο τον όροφο των υψηλών θάμνων και δένδρων. Το παραπάνω μέτρο πέρα από το ότι προλαμβάνει την εκδήλωση μιας ενδεχόμενης και πολύ πιθανής καταστρεπτικής πυρκαγιάς, αλλά ταυτόχρονα συμβάλει στην αναγέννηση του οικοσυστήματος (καθώς ενεργοποιείται η φύτρωση σπερμάτων διαφόρων ειδών) και στην τροφοδότησή του με θρεπτικά συστατικά που βρίσκονται στη στάχτη των φυτών.
Μια παραλλαγή της τακτικής της «προγραμματισμένης φωτιάς» είναι ο θερισμός του υπορόφου των δασικών συστημάτων, έτσι ώστε και να εμποδίζεται η διάβρωση και να περιορίζεται η εύφλεκτη ύλη που ανάβει και μεταδίδει εύκολα μια φωτιά.
Η σημασία της καταστροφής που προκλήθηκε στο οικοσύστημα της Πάρνηθας (αλλά και της Χαλκιδικής, και του Πηλίου και όλων όσων καίγονται κατά καιρούς) γίνεται προφανής από την «επιστημονική» ανάλυση που προηγήθηκε.
Ωστόσο, έχει αξία να την εξετάσουμε και μέσα στα πλαίσια της συγκυρίας, τόσο της εσωτερικής πολιτικής, όσο και της ευρύτερης. Υπό αυτή την έννοια, βρισκόμαστε σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με τη ΝΔ να μην ανακοινώνει την ημερομηνία των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, αλλά να κάνει προεκλογικές συγκεντρώσεις και κινήσεις εντυπωσιασμού, τόσο εντός, όσο και εκτός Κοινοβουλίου. Τα σκάνδαλα (ομόλογα, διαβλητότητα Πανελλαδικών εξετάσεων) που αποκαλύπτονται προκαλούν σοβαρά πλήγματα τόσο σε ΝΔ, όσο και σε ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, ένα σύνολο κοινωνικών αγώνων το προηγούμενο διάστημα (ναυτεργάτες, τραπεζοϋπάλληλοι, εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, δάσκαλοι, φοιτητές) έχουν προκαλέσει αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, αρχίζουν, σύμφωνα με κάποιους «επιστήμονες», να διαφαίνονται οι πρώτες συνέπειες της τεράστιας οικολογικής καταστροφής που έχει προκαλέσει ο άνθρωπος τα τελευταία χρόνια. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες, ο ομαλός -έως θερμός- χειμώνας που προηγήθηκε, ο καύσωνας, η μείωση των βροχοπτώσεων, η υπερκατανάλωση ενέργειας, η αύξηση του νέφους και των καυσαερίων και ένα σύνολο άλλων ζητημάτων, έχουν τροφοδοτήσει πλήθος συζητήσεων για την «επερχόμενη οικολογική κατάρρευση του πλανήτη».
Λίγες μέρες νωρίτερα, κορυφώθηκαν οι εκδηλώσεις της οικολογικής καμπάνιας του Al Gore (πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ, των ΗΠΑ που απέσυραν την υπογραφή τους από την «οικολογική» συνθήκη του Κιότο!) με τις μεγάλες συναυλίες του Live Earth σε όλο τον κόσμο. [Ας μην εξετάσουμε την κατανάλωση ενέργειας και τον όγκο σκουπιδιών που προκλήθηκαν από αυτές τις εκδηλώσεις!]
Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι η πυρκαγιά στην Πάρνηθα συνέπεσε χρονικά με όλα τα παραπάνω και το γεγονός αυτό της έδωσε άλλες διαστάσεις (κυρίως προβολής και φόρτισης). Έτσι, η προβολή που δόθηκε στο θέμα από τα ΜΜΕ ήταν τεράστια. Στα τηλεοπτικά παράθυρα, παρέλασε ένα πλήθος ειδικών -πάντα-, αγανακτισμένων από το μέγεθος της καταστροφής, με, παραπάνω από, προφανή την καταληκτική τους τοποθέτηση για την αναγκαιότητα της αναδάσωσης. Ένα σύνολο άρθρων και φωτογραφιών από τα καμένα (και τους οργανισμούς που ζούσαν στην περιοχή πριν την πυρκαγιά) γέμιζε και γεμίζει ακόμα τις σελίδες εφημερίδων και περιοδικών, κάνοντας επίκληση στο συναίσθημα των αναγνωστών, δείχνοντας το Μπάμπι (το μικρό ελαφάκι!) που επέστρεψε στην καμένη Πάρνηθα και δε βρίσκει τροφή.
Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την «ευαισθησία» που έδειξαν τα ΜΜΕ, αλλά να μην την παραγνωρίσουμε! Αρκεί να συνυπολογίσουμε τη συγκυρία που συνέβη αυτή η καταστροφή. Καλό θα ήταν, επίσης, όλοι όσοι, θέλοντας να κερδίσουν μια -ακόμη- παρουσία στην τηλεόραση ή τις εφημερίδες, τοποθετήθηκαν δημόσια για το ζήτημα να είχαν τη στοιχειώδη επιστημονική -τουλάχιστον- επάρκεια για να το πράξουν.
Η μαζικότατη συγκέντρωση, που πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα την Κυριακή 8/7, είναι, επίσης, ένα ζήτημα που πρέπει να αξιολογηθεί. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή καλέστηκε (από αγανακτισμένους bloggers και χρήστες κινητής τηλεφωνίας!), αλλά και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο αυτή έγινε (μια μέρα μετά τις συναυλίες του Live Earth και την τελευταία μέρα του Συνεδρίου της ΝΔ) είναι εξαιρετικά φορτισμένα. Επρόκειτο, λοιπόν, για ένα αυθόρμητο κάλεσμα πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες, όπως χαρακτηριστικά έλεγε το sms που έφτασε στα περισσότερα κινητά της χώρας? Η επιλογή της ημερομηνίας διεξαγωγής της συγκέντρωσης ήταν τυχαία? Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο αυτά ισχύουν, χωρίς να θέλω να τροφοδοτήσω κανένα σενάριο συνομωσίας! Παρόλα αυτά, ένα σύνολο οικολογικών και κοινωνικών οργανώσεων (WWF, Greenpeace, Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, πρόσκοποι κλπ) προπαγάνδιζαν και παρίστατο στη συγκέντρωση. Σε κάθε περίπτωση, είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι για ένα οικολογικό ζήτημα κινητοποιήθηκαν 15.00 άτομα, έστω και αν το αίτημα για αναδάσωση, που κυριάρχησε, ήταν εξαιρετικά προβληματικό. Θα είχε μεγαλύτερη αξία, όμως, όλοι αυτοί -και οι υπόλοιποι- να περιορίσουν τη χρήση του air condition, του υπολογιστή και του αυτοκινήτου τους! Όχι, δεν θα λύσουν αυτά το πρόβλημα της οικολογικής καταστροφής της Γης! Με το παραπάνω εννοώ πως η φράση «έκανα και εγώ το χρέος μου για την οικολογική καταστροφή, πήγα στο Σύνταγμα», πέρα από το ότι δεν προσφέρει κάτι στην αντιμετώπιση των οικολογικών προβλημάτων, δημιουργεί άλλοθι για τον καθένα ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει απέναντι στους υπαίτιους για την πρόκληση του προβλήματος και προκρίνει σαν τρόπο αντιμετώπισης τη λογική του εθελοντισμού. Συχνά, ακούγεται, άλλωστε, η άποψη πως όλοι πρέπει να συμβάλουμε στην αποκατάσταση της περιοχής με «κάθε» τρόπο. [ήδη συζητείται να ανοίξει ένας λογαριασμός από το ΥΠ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. για να καταθέτουν χρήματα όσοι ενδιαφέρονται για τα έργα αποκατάστασης στην Πάρνηθα]
Παραμερίζοντας το ζήτημα της συγκέντρωσης, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η στάση των κομμάτων της «επίσημης» αριστεράς ήταν αντιφατική. Το ΚΚΕ, εξαιρετικά αμήχανο, κατάφερε να ψελλίσει ότι φταίει το Κεφάλαιο, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ που καταστρέφουν το περιβάλλον! Από την άλλη, ο «εναλλακτικός» ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ, γνωστοί για τις οικολογικές τους ευαισθησίες, απαιτούσαν «να γίνει η Πάρνηθα και το Πήλιο όπως ήταν», χωρίς καμία πολεμική απέναντι στους υπαίτιους (όχι φυσικά τους φυσικούς) για την πρόκληση της πυρκαγιάς και χωρίς πρόταση για το πώς μπορούν να γίνουν η Πάρνηθα και το Πήλιο όπως ήταν πριν.
Την πλέον αμήχανη στάση, όμως, κράτησε η Ριζοσπαστική Αριστερά, η οποία εγκλωβισμένη στο μικρόκοσμό της θεώρησε ασήμαντο το ζήτημα. Πρέπει η ΡΑ να «βγει επιτέλους από το καβούκι της». Είναι επιτακτική ανάγκη να τοποθετηθούμε για την οικολογική καταστροφή που πραγματοποιείται στα πλαίσια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Ας ανοίξουμε αποφασιστικά τα ζητήματα για τις προθέσεις και τις ευθύνες του κεφαλαίου για την οικολογική καταστροφή, για την καταπάτηση των ελεύθερων χώρων (παραλιών, δασικών και μη εκτάσεων) με στόχο τη βιομηχανική, εμπορική και τουριστική ανάπτυξη στα πλαίσια της κερδοφορίας του κεφαλαίου και για τα κέρδη των κατασκευαστικών εταιριών από τη διάνοιξη δρόμων και την κατασκευή εμπορικών κέντρων, ξενοδοχειακών ή ακόμη και βιομηχανικών (βλ. Ποικίλον Όρος) μονάδων. Η συνολική τοποθέτηση του μεγαλύτερου τμήματος της ΡΑ ενάντια στην Αναθεώρηση του Συντάγματος (συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου 24, για τις δασικές εκτάσεις) είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί. Δεν αρκεί, επίσης, το ζήτημα να ανοίγει σε επίπεδο γειτονιάς, αλλά πρέπει να αναφέρεται και να τονίζεται σε κάθε ευκαιρία. Και μια τέτοια -δυστυχώς χαμένη- ευκαιρία, με όλες τις προβληματικές της, ήταν και η συγκέντρωση στο Σύνταγμα.
Πρέπει, όμως, από το πολιτικό σκέλος, θα πρέπει να τοποθετούμαστε με βάση και την επιστημονική ορθότητα σε σχέση με τη διαχείριση τέτοιων θεμάτων. Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε αναδάσωση! Καταρχήν θα πρέπει να ζητάμε την πρόληψη αυτών των καταστάσεων. Η τεχνική των «προγραμματισμένων πυρκαγιών», η κατασκευή αντιπυρικών και αντιπλημμυρικών ζωνών, αλλά και η φύλαξη των δασικών εκτάσεων θα μπορούσαν να είναι κάποια από τα αιτήματα. Παράλληλα, τα ορθά και πάγια αιτήματα για: -καμία επέκταση των ορίων των αστικών κέντρων σε ελεύθερους χώρους (δασικές και μη εκτάσεις) και -κανένας αποχαρακτηρισμός δασικών εκτάσεων, δε θα πρέπει να παραλείπονται. Καθότι, όμως, βρισκόμαστε μετά την εκδήλωσης αυτής της πυρκαγιάς θα πρέπει να τοποθετούμαστε ενάντια σε κάθε τύπου αναδάσωση από εθελοντικές οργανώσεις ή κρατικούς φορείς και γενικά σε οποιαδήποτε ανθρωπογενή παρέμβαση στις καμένες εκτάσεις. Να μην πλησιάσει κανείς στην περιοχή ώστε να εξελιχθεί ομαλά η φυσική πορεία της ανάκαμψης των καμένων οικοσυστημάτων. Μόνο έτσι μπορεί το οικοσύστημα της Πάρνηθας να επιβιώσει και να μην καταρρεύσει.
1)ορισμός Μεσογειακού κλίματος, ΜΤΟ και γεωγραφική παρουσία αυτών, η έννοια του ενδημισμού
Το μεσογειακό κλίμα χαρακτηρίζεται γενικά από καλοκαιρινή ξηρασία, χειμωνιάτικες κυρίως βροχοπτώσεις, οι οποίες παρουσιάζουν μεγάλη διακύμανση από χρόνο σε χρόνο, ήπια μέχρι ζεστά-καυτά καλοκαίρια, ήπιους μέχρι ψυχρούς χειμώνες και έντονη ηλιακή ακτινοβολία, ιδίως το καλοκαίρι. Το μεσογειακό κλίμα απαντάται στην παραμεσόγειο περιοχή, αλλά και σε όλες τις κατοικημένες ηπείρους και μάλιστα στις δυτικές ακτές τους: στην Καλιφόρνια, στην Κεντρική Χιλή, στο νοτιοδυτικό άκρο της Αυστραλίας, κοντά στο Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στην Αφρική. Γενικά, οι περιοχές με μεσογειακό κλίμα βρίσκονται μεταξύ γεωγραφικού πλάτους περίπου 30-40ο βόρεια και νότια του ισημερινού. Η ομοιότητα των κλιματικών συνθηκών στις περιοχές αυτές, οδήγησε στην εγκατάσταση όμοιων συστημάτων, που ορίζονται ως Μεσογειακού Τύπου Οικοσυστήματα (ΜΤΟ). Σε όλα τα ΜΤΟ η βλάστηση έχει την ίδια φυσιογνωμία, ωστόσο η σύνθεση της χλωρίδας είναι εξαιρετικά ανόμοια.
Το βασικό χαρακτηριστικό της ελληνικής μεσογειακής χλωρίδας και πανίδας είναι ο πολύ υψηλός ενδημισμός που αυτή εμφανίζει. Ως ενδημικό μιας περιοχής ορίζουμε ένα taxon (=μια ταξινομική μονάδα π.χ. είδος, γένος, οικογένεια) όταν η εξάπλωσή του βρίσκεται αποκλειστικά και μόνο σε αυτή την περιοχή. Η έννοια του ενδημισμού δεν είναι απόλυτα καθορισμένη, ακριβώς επειδή ορίζεται βάσει του χώρου. Έτσι, ένα taxon μπορεί να είναι ενδημικό ενός μικρού νησιού ή ακόμη και μιας ολόκληρης ηπείρου. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι ελληνικοί ενδημικοί οργανισμοί στηρίζεται κυρίως στο γεγονός ότι πρόκειται κυρίως για αυστηρά στενότοπους ενδημικούς οργανισμούς.
Η ελληνική χλωρίδα αποτελείται από μεσογειακά, μεσευρωπαϊκά και ιρανοκασπικά στοιχεία. Τα είδη φυτών που έχουν καταγραφεί ξεπερνούν τα 6.000 και τα ενδημικά είδη, σε σχέση με το μέγεθος της χώρας, είναι πολλά, εξαιτίας του ψηλού βαθμού απομόνωσης των πολυάριθμων βουνών και νησιών. Η πανίδα αποτελείται από πλούσιο μίγμα ευρωπαϊκών, ασιατικών και αφρικανικών ειδών και περιλαμβάνει αξιόλογο αριθμό ενδημικών ειδών. Η ιχθυοπανίδα των εσωτερικών υδάτων αποτελεί μια από τις πιο πλούσιες της Ευρώπης: 107 είδη, από τα οποία τα 37 είναι ενδημικά. Επιπλέον έχουν καταγραφεί 40 ενδημικά υποείδη ψαριών. Η ερπετοπανίδα είναι επίσης πλούσια, με τουλάχιστον 18 είδη αμφιβίων και 59 είδη ερπετών, 60% των οποίων απαντούν στην ευρύτερη περιοχή των ελληνικών υγροτόπων. Ακόμη, η Ελλάδα είναι εξίσου σημαντική και από άποψη ορνιθοπανίδας. Έχουν καταγραφεί 407 είδη πουλιών από τα οποία 240 φωλιάζουν στον ελληνικό χώρο. Μερικά είδη μάλιστα (π.χ. ο Αργυροπελεκάνος, Pelecanus crispus) δεν φωλιάζουν σε καμιά άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα θηλαστικά περιλαμβάνουν 116 είδη, από τα οποία 57 ανήκουν στην κατηγορία των απειλούμενων, σύμφωνα με την Παγκόσμια Ένωση για τη Διατήρηση της Φύσης (ΙUCN). Τέλος, τα ασπόνδυλα περιλαμβάνουν περίπου 25.000 είδη, αριθμό εξαιρετικά υψηλό σχετικά με το μικρό μέγεθος της χώρας μας. (στοιχεία από: ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΙΟΤΟΠΩΝ-ΥΓΡΟΤΟΠΩΝ, www.ekby.gr)
Στην Πάρνηθα, συγκεκριμένα, από τα 1.100 περίπου είδη φυτών που έχουν καταγραφεί, 92 είναι ελληνικά ενδημικά και 42 είναι Βαλκανικά ενδημικά (Απλαδά, 2003). Από τα 92 ελληνικά ενδημικά, άλλα από αυτά εξαπλώνονται μόνο στην Αττική, άλλα μόνο στη Στερεά Ελλάδα, άλλα στη Νότια Ελλάδα κ.ο.κ. Τα περισσότερα ανήκουν στην κατηγορία εκείνων που έχουν ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα (π.χ. Κεφαλληνιακή ελάτη - Abies cephalonica). Δύο είδη είναι αποκλειστικά ενδημικά της Πάρνηθας, δηλαδή δεν απαντώνται σε κανένα άλλο μέρος της γης: η καμπανούλα (Campanula celsii ssp. parnesia) και το αγριογαρύφαλλο της Πάρνηθας (Silene oligantha ssp. parnesia). Τα παραπάνω στοιχεία θα μπορούσαν να είναι ενδεικτικά ως ένα βαθμό για το μέγεθος της καταστροφής από την πυρκαγιά, ειδικά αν σκεφτούμε ότι πρόκειται αποκλειστικά για στοιχεία ενδημισμού της χλωρίδας και όχι της πανίδας της περιοχής. (στοιχεία από: www.parnitha-np.gr)
2)η δράση της φωτιάς στα ΜΤΟ, συχνότητα πυρκαγιών και πιθανά αίτια αυτών
Τα ΜΤΟ έχουν εξελιχθεί σε ιδιαίτερα στενή σχέση με τη φωτιά. Οι έντονα εναλλασσόμενες κλιματικές συνθήκες προκαλούν ταχεία αποξήρανση στη θαμνώδη και ποώδη βλάστηση, κάνοντάς τη πολύ εύφλεκτη σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού. Αποτέλεσμα είναι η συχνή εμφάνιση πυρκαγιών στα συστήματα αυτά, στο βαθμό που οι βιοκοινότητές τους να θεωρούνται ως «κλίματα φωτιάς» (fire climax) ή πυρότυποι (fire type).
Από τους φυσικούς παράγοντες που «ενοχοποιούνται» για την πρόκληση φωτιάς είναι οι κεραυνοί και οι εκρήξεις ηφαιστείων (όπως π.χ. στην Καλιφόρνια). Η ανθρωπογενής δράση, σε σχέση με την εξέλιξη των οικοσυστημάτων αυτών από τη δράση της φωτιάς, είναι εξαιρετικά περιορισμένη, αν αναλογιστούμε ότι ο άνθρωπος γνωρίζει να διατηρεί τη φωτιά εδώ και 500.000 χρόνια, ειδικά αν συνυπολογίσουμε και το γεγονός ότι έμαθε να την προκαλεί σχετικά πρόσφατα, 20.000 χρόνια πριν. Ως εκ τούτου, δε θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι η ανθρωπογενής παρέμβαση έχει επηρεάσει σημαντικά τις προσαρμογές των οργανισμών στη φωτιά (η έννοια του εξελικτικού χρόνου διαφέρει παρά πολύ από αυτή του ιστορικού χρόνου!). Ωστόσο, δε θα μπορούσαμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο άνθρωπος να ευθύνεται για την εξάπλωση κάποιων οργανισμών που είχαν ήδη αναπτύξει κάποια «πυρο-χαρακτηριστικά».
Η συχνότητα των πυρκαγιών στα ΜΤΟ υπολογίζεται περίπου στα 25 χρόνια. Αξίζει να σημειωθεί πως τα ΜΤΟ όχι μόνο καταφέρουν να επανακάμπτουν φυσικά, αλλά και εξελίσσονται μέσα από την εκδήλωση πυρκαγιών με αυτή τη συχνότητα. Αυτό είναι σημαντικό για να μην οδηγηθούμε στο άλλο άκρο, δηλαδή να εμποδίζουμε την εκδήλωση πυρκαγιάς με κάθε τύπου ανθρωπογενή παρέμβαση (βλ. πχ. Δάσος Δαδιάς στον Έβρο). Τα ΜΤΟ είναι «μαθημένα» να επιβιώνουν και να επωφελούνται από τη δράση της πυρκαγιάς που οφείλεται σε φυσικά αίτια και με αυτή τη συχνότητα.
Σήμερα, το μεγαλύτερο ποσοστό πυρκαγιών, τόσο ως προς τον αριθμό όσο και ως προς την έκταση που καίγεται, αποδίδεται σε απροσεξία και άγνωστες αιτίες(!). Αυτό, προφανώς, και δε συνέβαινε στο μακρινό παρελθόν. Είναι γεγονός πως στο παρελθόν συνέβαιναν λιγότερα περιστατικά, τα οποία όμως έκαιγαν σημαντικά μεγαλύτερες εκτάσεις (αποδεικνύεται για την Ελλάδα με στατιστικά στοιχεία τουλάχιστον τα τελευταία 40 χρόνια). Αυτό μπορεί να εξηγηθεί με πολλά επιχειρήματα, ειδικά αν αναλογιστούμε που στηριζόταν η ελληνική οικονομία πριν από 40-50 χρόνια. Η στενή σχέση που είχε η τοπική κοινωνία και οικονομία με τα δάση και τις δασικές εκτάσεις μπορεί να εξηγήσει τη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι σε αυτά. Αντίθετα, σήμερα, η εκμετάλλευση πρώτων υλών έχει μεταβληθεί ποιοτικά και οι συνθήκες ζωής, ειδικά στα αστικά κέντρα, έχουν οδηγήσει τα δάση να υφίστανται τεράστια πίεση μετατροπής σε χώρους δεύτερης κατοικίας ή τουριστικά και εμπορικά συγκροτήματα.
3)επιπτώσεις της φωτιάς στο αβιοτικό και στο βιοτικό περιβάλλον
Οι επιπτώσεις οποιασδήποτε τύπου παρέμβασης σε ένα οικοσύστημα είναι αρκετά δύσκολο να μελετηθούν ή ακόμα και να διαφανούν άμεσα, καθώς αυτή επηρεάζει τόσο το αβιοτικό, όσο και το βιοτικό (=το σύνολο των ζωντανών οργανισμών) περιβάλλον. Σε κάθε περίπτωση, οι τεράστιες αλληλεπιδράσεις, συχνά μη προφανείς, δυσκολεύουν την προσέγγιση, μελέτη, εξήγηση και μετέπειτα πρόταση διαχείρισης ενός καμένου οικοσυστήματος.
Εντελώς επιγραμματικά, η φωτιά στο αβιοτικό περιβάλλον άμεσα προκαλεί αλλαγές στη δομή της επιφάνειας του εδάφους και θέρμανση του εδάφους. Έμμεσα, η απανθράκωση της οργανικής ύλης του εδάφους (κυρίως νεκροί οργανισμοί και τμήματα αυτών, π.χ. φύλλα, κλαδιά) αυξάνει την πυκνότητα του εδάφους (=> μειώνεται έτσι ο αερισμός και η διαβρεξιμότητά του) και το pH του. Παράλληλα, και σε συνδυασμό με τη μείωση της υγρασίας και της υδατοχωρητικότητάς του (=της ικανότητάς του να διατηρεί το νερό) δημιουργείται ένα στρώμα εδάφους που απωθεί το νερό, με αποτέλεσμα να δυσχεραίνει την εκ νέου ανάπτυξη φυτών και ζώων στην περιοχή. Επιπλέον, μετά τη φωτιά, αυξάνει ο κίνδυνος διάβρωσης του εδάφους, ο οποίος εξαρτάται άμεσα από τη φύση και την κλίση του εδάφους, αλλά και από τα κλιματικά χαρακτηριστικά της περιοχής.
Όσον αφορά στο βιοτικό περιβάλλον, έχει σημασία να διακρίνουμε τις κατηγορίες των ζωντανών οργανισμών πριν να εξετάσουμε τις επιπτώσεις σε αυτούς. Έτσι, διακρίνουμε τους παραγωγούς (=κυρίως τα φυτά, που μέσω της φωτοσύνθεσης «προσφέρουν» στο οικοσύστημα την οργανική ύλη για να στηριχθεί αυτό), τους καταναλωτές (=φυτοφάγα και σαρκοφάγα ζώα που τρέφονται από τους παραγωγούς ή και άλλους καταναλωτές, αντίστοιχα) και τους αποικοδομητές (=οργανισμοί που «αναλαμβάνουν» να αποικοδομήσουν την οργανική ύλη των νεκρών παραγωγών και καταναλωτών, ώστε να υπάρχει ανακύκλωση των θρεπτικών στοιχείων που θα ξαναχρησιμοποιηθούν από τα φυτά για την παραγωγή οργανικής ύλης).
Η κατ επανάληψη δράση της φωτιάς στα ΜΤΟ έχει δημιουργήσει προσαρμογές στους παραγωγούς αυτών. Πιο συγκεκριμένα, τα φυτά των ΜΤΟ έχουν αναπτύξει μηχανισμούς αποφυγής ή και αντιμετώπισης- επιβίωσης- ανάκαμψης ύστερα από την πυρκαγιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα πεύκα, τα οποία έχουν την ικανότητα να παράγουν σπέρματα (μέσα στα γνωστά μας κουκουνάρια), και τα οποία βρίσκονται θαμμένα στο χώμα. Μετά την εκδήλωση πυρκαγιάς και αν φυσικά βρεθούν υπό τις κατάλληλες κλιματικές συνθήκες, τα σπέρματα φυτρώνουν και τα πεύκα επανεμφανίζονται στην καμένη περιοχή. Από την άλλη, υπάρχουν και παραγωγοί που έχουν την ικανότητα να αναβλαστάνουν όπως π.χ. το πουρνάρι (Quercus coccifera), ο σχίνος (Pistacia lentiscus) και ο κέδρος (Juniperus oxycedrus). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις (φύτρωση σπερμάτων και αναβλάστηση), τόσο ο χρόνος έναρξης της «ανάκαμψης», όσο και η επιβίωση των αρτιβλάστων και των αναβλαστημάτων ποικίλει και εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, φυσικούς και μη. Το μόνο σίγουρο είναι πως η ανάκαμψη σε επίπεδο παραγωγών γίνεται σχετικά γρήγορα, αρκεί η περιοχή να μην υποστεί καμία δευτερογενή παρέμβαση στο άμεσο μέλλον, δηλαδή για περίπου 15 χρόνια!
Σε ό,τι έχει να κάνει με τους καταναλωτές, η απόπειρα γενίκευσης οποιωνδήποτε συμπερασμάτων είναι συνήθως προβληματική. Αυτό πρακτικά οφείλεται τόσο στα καθαυτά χαρακτηριστικά της φωτιάς (ένταση, διάρκεια, συχνότητα, έκταση καιόμενης περιοχής, καύσιμη ύλη, εποχή, είδος και χαρακτηριστικά εδάφους), όσο και στο γεγονός ότι η περισσότερη πληροφόρηση που υπάρχει σχετικά με την επίδραση της φωτιάς στην πανίδα αναφέρεται στην τροποποίηση της δομής της κοινότητας και την επακόλουθη δράση στην τροφή και το ενδιαίτημα που χρησιμοποιούν τα διάφορα είδη της πανίδας. Έτσι, κάποια είδη ζώων επηρεάζουν την πιθανότητα εμφάνισης μιας πυρκαγιάς, κάποια κατά την καύση σκοτώνονται, ενώ άλλα έχουν μηχανισμούς πρόβλεψης ή αποφυγής της φωτιάς (κυρίως μέσω της συμπεριφοράς τους). Για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πυρκαγιά, το μέγεθος του πληθυσμού, η επιβίωση και αναπαραγωγή των περισσότερων πανιδικών πληθυσμών εξαρτάται απόλυτα από την ανάπτυξη της φυτοκοινότητας της περιοχής. Τέλος, σε περιβάλλοντα που υπόκεινται συχνά στη δράση της φωτιάς έχουν επιλεγεί εξελικτικά διάφορες προσαρμογές που «πριμοδοτούν» τα είδη που τις φέρουν με την ικανότητα επιβίωσης ή αποφυγής των επιπτώσεων της πυρκαγιάς. Και στην περίπτωση των καταναλωτών, οι συνέπειες από τη δράση της πυρκαγιάς διακρίνονται σε άμεσες και έμμεσες, ωστόσο η ανάλυση αυτών ξεφεύγει από τα πλαίσια και τους στόχους του συγκεκριμένου άρθρου.
Η επίδραση της πυρκαγιάς στους αποικοδομητές εντοπίζεται κυρίως στις αυξομειώσεις των πληθυσμών τους, ως άμεσο αποτέλεσμα από τις φυσικοχημικές μεταβολές που συμβαίνουν στο έδαφος, όπου, δηλαδή, αυτοί εδράζονται.
4) διαχείριση των καμένων ΜΤΟ - γιατί όχι αναδάσωση?
Τα φυσικά ΜΤΟ είναι προσαρμοσμένα να αντιμετωπίζουν τη φωτιά. Η φωτιά είναι ,όμως, ταυτόχρονα και μια μορφή καταστροφής. Ωστόσο, επειδή υπό «κανονικές» συνθήκες μια μεσογειακή περιοχή μπορεί να καεί χωρίς μακροπρόθεσμα να υποστεί υποβάθμιση ως προς την ποικιλότητα, τη δομή και τη γονιμότητα των εδαφών της, με περιοδικότητα περίπου 40 χρόνων, η φωτιά αυτή καθαυτή δεν αποτελεί καταστροφή, αλλά κυκλική διαταραχή.
Η καλύτερη τακτική είναι να αφήσουμε την περιοχή να ενεργοποιήσει τους μηχανισμούς της και να τα βγάλει πέρα μόνη της χωρίς πρόβλημα. Από την άλλη, το γεγονός ότι τα ΜΤΟ διαθέτουν προσαρμοστικούς μηχανισμούς απόκρισης στη φωτιά σε καμία περίπτωση δε σημαίνει πως αυτοί θα ενεργοποιηθούν και θα «λειτουργήσουν αποτελεσματικά» ανεξάρτητα από τη μεταπυρική διαχειριστική πολιτική που θα εφαρμοστεί. Για να μπορέσει το ΜΤΟ να ξεκινήσει και να ολοκληρώσει επιτυχώς τη διαδικασία ανάκαμψής του μετά τη φωτιά πρέπει να αφεθεί χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, που μπορεί να σχετίζεται με την ξύλευση, τη βόσκηση και τις αναδασώσεις, ειδικά, μάλιστα, στα πρώτα στάδια της μεταπυρικής διαδοχής όπου το σύστημα είναι ιδιαίτερα «εύθραυστο».
Η ξύλευση γίνεται κυρίως με χρήση μηχανικών μέσων τα δύο πρώτα, συνήθως, χρόνια μετά τη φωτιά, όταν τα αναβλαστήματα και τα αρτίβλαστα είναι εξαιρετικά ευάλωτα. Πέρα, λοιπόν, από την εκμετάλλευση των καμένων κορμών, το τραγικότερο είναι πως καταστρέφεται κάθε δομή που θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη συνέχιση της ύπαρξης του δάσους.
Η βόσκηση, αν και τυπικά απαγορεύεται, συνηθίζεται τα πρώτα χρόνια με την εκδήλωση πυρκαγιάς. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι τα αναβλαστήματα και τα αρτίβλαστα είναι ιδιαίτερα πλούσια σε θρεπτικά στοιχεία με αποτέλεσμα να αποτελούν εξαιρετικής ποιότητας ζωοτροφή. Η βόσκηση, όμως στα κρίσιμα στάδια της έναρξης της μεταπυρικής διαδοχής, έχει τρομακτικής έκτασης συνέπειες, καθώς ανακόπτει την πορεία φυσικής αναγέννησης των οργανισμών (τα φυτά καταστρέφονται πριν «προλάβουν, λόγω ηλικίας, να αφήσουν απογόνους»), συμπιέζει το έδαφος, απομακρύνει ζωτικής σημασίας οργανική ύλη με αποτέλεσμα το έδαφος να διαβρώνεται και τελικά το οικοσύστημα να οδηγείται σε κατάρρευση.
Όσον αφορά, στο πάγιο αίτημα όλων των «φίλων του περιβάλλοντος και ευαισθητοποιημένων από την περιβαλλοντική καταστροφή του πλανήτη τα τελευταία χρόνια» (σημείωση: έχει γίνει αρκετά της μόδας το ζήτημα της οικολογίας τελευταία), στην αναδάσωση, συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως δε λύνει κανένα πρόβλημα, συχνότατα μάλιστα δημιουργεί και νέα!
Έτσι, αρχικά μπορούμε να δούμε τους «αναδασωτές» (οποίοι και αν είναι αυτοί, κρατικοί φορείς, ΜΚΟ, πρόσκοποι και λοιποί ακτιβιστές) να φυτεύουν σε μια περιοχή ξενικά είδη, είδη, δηλαδή, των οποίων η περιοχή φυσικής εξάπλωσης είναι διαφορετική! Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Υμηττού, όπου μετά από μια πυρκαγιά σε ένα πευκοδάσος χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis), οι «ευφυείς» αναδασωτές φύτεψαν πλήθος αριθμού ατόμων τραχείας πεύκης (Pinus brutia), η οποία βρίσκεται αυτοφυής στη Μακεδονία και στα νησιά του Αιγαίου(!). Το αποτέλεσμα αυτού ήταν αυτή τη στιγμή, κάποια, δηλαδή, χρόνια μετά από αυτή την επιτυχημένη αναδάσωση, στον Υμηττό να βρίσκουμε την τραχεία πεύκη και μάλιστα σε πληθυσμό αν όχι μεγαλύτερο, σίγουρα ίσο με αυτό της «ιθαγενούς» χαλεπίου.
Αν εξαιρέσουμε αυτό το φωτεινό παράδειγμα αδιαφορίας και ανευθυνότητας όσων μετείχαν σε αυτήν την κίνηση και υποθέσουμε ότι, από δω και πέρα, οι αναδασωτές ελέγχουν και φυτεύουν τα σωστά-ιθαγενή είδη, συνεχίζει η αναδάσωση να αποτελεί μέτρο επικίνδυνο για την ισορροπία του ΜΤΟ; Ναι!
Είναι σημαντικό όταν επιλέγουμε να παρέμβουμε σε κάθε τύπου σύστημα να γνωρίζουμε όσο το δυνατό καλύτερα, αν όχι πλήρως, το σύνολο των αλληλεπιδράσεων που αναπτύσσονται μεταξύ των μελών του και μεταξύ αυτών και του αβιοτικού περιβάλλοντός τους. Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, η αναδάσωση διαταράσσει τη φυσική και ταυτόχρονα δυναμική ισορροπία του συστήματος, καθώς αγνοεί την ύπαρξη και άλλων οργανισμών στην καμένη περιοχή και φυτεύει μόνο πεύκα ή έλατα, γιατί αυτά έβλεπε εκεί πριν τη φωτιά. Έτσι, κανείς δεν μπαίνει στη διαδικασία να φυτέψει θάμνους, πόες ή και ψυχανθή, τα οποία μπορεί μεν να μην προσφέρουν την ίδια «αισθητική ομορφιά» στο οικοσύστημα ή στις κάμερες που παρευρίσκονται για να απαθανατίσουν τη στιγμή, αλλά είναι κάτι παραπάνω από απαραίτητα για την ανάκαμψη του συστήματος και την περαιτέρω επιβίωσή του. Παράλληλα, οι επιδράσεις που μπορεί να έχει η δενδροφύτευση στους υπόλοιπους πληθυσμούς της περιοχής είναι συχνά καταστροφικές, καθώς έχουν παρατηρηθεί εκρήξεις στους πληθυσμούς των εντόμων, εξαφάνιση των ειδών του υπορόφου του δάσους (δέντρων με μικρότερο ύψος) και ποικίλες αυξομειώσεις άλλων πληθυσμών. Το ζήτημα, σε τελική ανάλυση, ξεφεύγει από την «αισθητική ανάπλαση» της περιοχής, καθώς όλοι οι πληθυσμοί του ΜΤΟ, όπως και κάθε οικοσυστήματος, παρουσιάζουν μεταξύ τους τροφικές σχέσεις (μέσα από τις τροφικές αλυσίδες και κυρίως τα τροφικά πλέγματα), σχέσεις εξαιρετικά σύνθετες για να λυθούν με μια απλή αναδάσωση-δενδροφύτευση.
Πέρα από τις επιπτώσεις της αναδάσωσης σε επίπεδο δια-ειδικού ανταγωνισμού (=ανταγωνισμού μεταξύ διαφορετικών ειδών), είναι αρκετά προφανές ότι υπάρχουν και επιπτώσεις σε επίπεδο ενδο-ειδικού ανταγωνισμού (=μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους). Πρακτικά, αν φυτευτεί ένα στην καλύτερη περίπτωση- δενδρύλλιο, σε σημείο όπου βρίσκεται έτοιμο να βλαστήσει, ή ακόμα και αν το έχει ήδη κάνει, ένα σπέρμα του ίδιου είδους (ή και διαφορετικού) είναι αυτονόητο ότι το δενδρύλλιο, όντας πιο αναπτυγμένο σε ύψος, διάμετρο, αγωγό σύστημα (=σύστημα μεταφοράς θρεπτικών συστατικών και νερού από τη ρίζα και προς το σώμα του φυτού), έχει αυξημένες πιθανότητες να επιβιώσει, καθώς έχει μεγαλύτερη πρόσβαση στον ήλιο, στα θρεπτικά και στο νερό του εδάφους. Ως εκ τούτου, το σπέρμα ή και το αρτίβλαστο υφίσταται έναν αθέμιτο ανταγωνισμό, τον οποίο δεν είναι προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει.
Επιπρόσθετα, αν η αναδάσωση, για τον οποιοδήποτε λόγο, αποτύχει (ή αν η ίδια περιοχή ξανακαεί), δεν υπάρχει η δυνατότητα για επανάληψή της. Αυτό σχετίζεται, κατά βάση, με το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ δύο πυρκαγιών και οφείλεται στην έλλειψη θρεπτικών στοιχείων από την πλευρά του αβιοτικού περιβάλλοντος και στην μη επιτυχή ολοκλήρωση της ενεργοποίησης των προσαρμοστικών μηχανισμών των ζωντανών οργανισμών (π.χ. σπέρματα, αναβλαστήματα, αυγά και γενικά «πυρο-ανθεκτικές μορφές οργανισμών»).
Προχωρώντας τη σκέψη αυτή ένα επίπεδο παραπάνω, το βασικό πρόβλημα που προκύπτει από την απόπειρα αναδάσωσης είναι η απώλεια της εξελικτικής συνέχειας των οργανισμών της περιοχής. Ακόμα, δηλαδή, και αν δεχτούμε ότι υπάρχει η γνώση και η βούληση, ώστε να πραγματοποιηθεί μια κίνηση «αναβίωσης» των πληθυσμών του δάσους στο σύνολό τους και στη σχετική ισορροπία μεταξύ τους (πράγμα ανέφικτο) και πάλι το ενδεχόμενο αυτής της παρέμβασης θα έπρεπε να αποκλειστεί. Το σύνολο των πληθυσμών κάθε οικοσυστήματος έχει προσαρμοστεί, μέσα από τη διαδικασία της φυσικής επιλογής και σε βάθος χρόνου (γεωλογικού και όχι ιστορικού), έτσι ώστε να αντιμετωπίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις φυσικές και βιολογικές παραμέτρους του συστήματος αυτού. Πλήθος αυτών των προσαρμογών εγγράφεται στο γενετικό υλικό (το περιβόητο DNA) των οργανισμών αυτών και κληρονομείται και στους απογόνους τους. Έτσι, κάθε σπέρμα, αναβλάστημα, αυγό ή επιβιώσας αριθμός ατόμων ενός πληθυσμού «κουβαλάει μέσα του» κάποιες από τις εξελικτικές προσαρμογές που σε βάθος χρόνου ανέπτυξαν οι «πρόγονοί» του. Η «διαγραφή» αυτού του τύπου των πληροφοριών, μέσω της μεταφοράς ενός γονιδιακά άλλου συστήματος στην καμένη περιοχή, θα λέγαμε, όχι ότι επαναφέρει την εξελικτική πορεία της περιοχής κάποιες χιλιάδες -ίσως και εκατομμύρια χρόνια- πίσω ή και μπροστά, αλλά σίγουρα την πηγαίνει σε ένα εντελώς διαφορετικό σημείο, με ό,τι συνέπειες μπορεί αυτό να έχει για τη μετέπειτα εξελικτική της πορεία.
Από τα παραπάνω οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η φωτιά από μόνη της δεν αποτελεί απειλή για τα ΜΤΟ και ότι ο άνθρωπος δε θα μπορέσει να αποτρέψει την εμφάνισή της σε τακτά χρονικά διαστήματα, όποια μέτρα πρόληψης και αν λάβει. Ο προτιμότερος και πλέον αποδοτικός τρόπος για την αντιμετώπιση των καταστρεπτικών συνεπειών της πυρκαγιάς είναι η τακτική της «προγραμματισμένης φωτιάς». Η μέθοδος αυτή εφαρμόζεται κυρίως σε εποχές με αρκετή υγρασία και χωρίς ισχυρούς ανέμους, ενώ αξίζει να αναφερθεί πως χρησιμοποιείται και άλλες περιοχές με ΜΤ κλίμα, π.χ. Καλιφόρνια, Αυστραλία, Πορτογαλία, Γαλλία. Συνίσταται στην ελεγχόμενη καύση της εύφλεκτης φυτομάζας που αποτελούν τα πεσμένα νεκρά φυτικά υλικά (=στρωμνή), ο ποώδης και θαμνώδης όροφος, αφήνοντας σχεδόν ανέπαφο τον όροφο των υψηλών θάμνων και δένδρων. Το παραπάνω μέτρο πέρα από το ότι προλαμβάνει την εκδήλωση μιας ενδεχόμενης και πολύ πιθανής καταστρεπτικής πυρκαγιάς, αλλά ταυτόχρονα συμβάλει στην αναγέννηση του οικοσυστήματος (καθώς ενεργοποιείται η φύτρωση σπερμάτων διαφόρων ειδών) και στην τροφοδότησή του με θρεπτικά συστατικά που βρίσκονται στη στάχτη των φυτών.
Μια παραλλαγή της τακτικής της «προγραμματισμένης φωτιάς» είναι ο θερισμός του υπορόφου των δασικών συστημάτων, έτσι ώστε και να εμποδίζεται η διάβρωση και να περιορίζεται η εύφλεκτη ύλη που ανάβει και μεταδίδει εύκολα μια φωτιά.
Η σημασία της καταστροφής που προκλήθηκε στο οικοσύστημα της Πάρνηθας (αλλά και της Χαλκιδικής, και του Πηλίου και όλων όσων καίγονται κατά καιρούς) γίνεται προφανής από την «επιστημονική» ανάλυση που προηγήθηκε.
Ωστόσο, έχει αξία να την εξετάσουμε και μέσα στα πλαίσια της συγκυρίας, τόσο της εσωτερικής πολιτικής, όσο και της ευρύτερης. Υπό αυτή την έννοια, βρισκόμαστε σε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, με τη ΝΔ να μην ανακοινώνει την ημερομηνία των επερχόμενων βουλευτικών εκλογών, αλλά να κάνει προεκλογικές συγκεντρώσεις και κινήσεις εντυπωσιασμού, τόσο εντός, όσο και εκτός Κοινοβουλίου. Τα σκάνδαλα (ομόλογα, διαβλητότητα Πανελλαδικών εξετάσεων) που αποκαλύπτονται προκαλούν σοβαρά πλήγματα τόσο σε ΝΔ, όσο και σε ΠΑΣΟΚ. Παράλληλα, ένα σύνολο κοινωνικών αγώνων το προηγούμενο διάστημα (ναυτεργάτες, τραπεζοϋπάλληλοι, εργαζόμενοι στους ΟΤΑ, δάσκαλοι, φοιτητές) έχουν προκαλέσει αναβρασμό στην ελληνική κοινωνία.
Την ίδια στιγμή, αρχίζουν, σύμφωνα με κάποιους «επιστήμονες», να διαφαίνονται οι πρώτες συνέπειες της τεράστιας οικολογικής καταστροφής που έχει προκαλέσει ο άνθρωπος τα τελευταία χρόνια. Οι ακραίες καιρικές συνθήκες, ο ομαλός -έως θερμός- χειμώνας που προηγήθηκε, ο καύσωνας, η μείωση των βροχοπτώσεων, η υπερκατανάλωση ενέργειας, η αύξηση του νέφους και των καυσαερίων και ένα σύνολο άλλων ζητημάτων, έχουν τροφοδοτήσει πλήθος συζητήσεων για την «επερχόμενη οικολογική κατάρρευση του πλανήτη».
Λίγες μέρες νωρίτερα, κορυφώθηκαν οι εκδηλώσεις της οικολογικής καμπάνιας του Al Gore (πρώην αντιπροέδρου των ΗΠΑ, των ΗΠΑ που απέσυραν την υπογραφή τους από την «οικολογική» συνθήκη του Κιότο!) με τις μεγάλες συναυλίες του Live Earth σε όλο τον κόσμο. [Ας μην εξετάσουμε την κατανάλωση ενέργειας και τον όγκο σκουπιδιών που προκλήθηκαν από αυτές τις εκδηλώσεις!]
Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι η πυρκαγιά στην Πάρνηθα συνέπεσε χρονικά με όλα τα παραπάνω και το γεγονός αυτό της έδωσε άλλες διαστάσεις (κυρίως προβολής και φόρτισης). Έτσι, η προβολή που δόθηκε στο θέμα από τα ΜΜΕ ήταν τεράστια. Στα τηλεοπτικά παράθυρα, παρέλασε ένα πλήθος ειδικών -πάντα-, αγανακτισμένων από το μέγεθος της καταστροφής, με, παραπάνω από, προφανή την καταληκτική τους τοποθέτηση για την αναγκαιότητα της αναδάσωσης. Ένα σύνολο άρθρων και φωτογραφιών από τα καμένα (και τους οργανισμούς που ζούσαν στην περιοχή πριν την πυρκαγιά) γέμιζε και γεμίζει ακόμα τις σελίδες εφημερίδων και περιοδικών, κάνοντας επίκληση στο συναίσθημα των αναγνωστών, δείχνοντας το Μπάμπι (το μικρό ελαφάκι!) που επέστρεψε στην καμένη Πάρνηθα και δε βρίσκει τροφή.
Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την «ευαισθησία» που έδειξαν τα ΜΜΕ, αλλά να μην την παραγνωρίσουμε! Αρκεί να συνυπολογίσουμε τη συγκυρία που συνέβη αυτή η καταστροφή. Καλό θα ήταν, επίσης, όλοι όσοι, θέλοντας να κερδίσουν μια -ακόμη- παρουσία στην τηλεόραση ή τις εφημερίδες, τοποθετήθηκαν δημόσια για το ζήτημα να είχαν τη στοιχειώδη επιστημονική -τουλάχιστον- επάρκεια για να το πράξουν.
Η μαζικότατη συγκέντρωση, που πραγματοποιήθηκε στο Σύνταγμα την Κυριακή 8/7, είναι, επίσης, ένα ζήτημα που πρέπει να αξιολογηθεί. Ο τρόπος με τον οποίο αυτή καλέστηκε (από αγανακτισμένους bloggers και χρήστες κινητής τηλεφωνίας!), αλλά και το χρονικό πλαίσιο στο οποίο αυτή έγινε (μια μέρα μετά τις συναυλίες του Live Earth και την τελευταία μέρα του Συνεδρίου της ΝΔ) είναι εξαιρετικά φορτισμένα. Επρόκειτο, λοιπόν, για ένα αυθόρμητο κάλεσμα πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες, όπως χαρακτηριστικά έλεγε το sms που έφτασε στα περισσότερα κινητά της χώρας? Η επιλογή της ημερομηνίας διεξαγωγής της συγκέντρωσης ήταν τυχαία? Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο αυτά ισχύουν, χωρίς να θέλω να τροφοδοτήσω κανένα σενάριο συνομωσίας! Παρόλα αυτά, ένα σύνολο οικολογικών και κοινωνικών οργανώσεων (WWF, Greenpeace, Ελληνικό Κοινωνικό Φόρουμ, πρόσκοποι κλπ) προπαγάνδιζαν και παρίστατο στη συγκέντρωση. Σε κάθε περίπτωση, είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι για ένα οικολογικό ζήτημα κινητοποιήθηκαν 15.00 άτομα, έστω και αν το αίτημα για αναδάσωση, που κυριάρχησε, ήταν εξαιρετικά προβληματικό. Θα είχε μεγαλύτερη αξία, όμως, όλοι αυτοί -και οι υπόλοιποι- να περιορίσουν τη χρήση του air condition, του υπολογιστή και του αυτοκινήτου τους! Όχι, δεν θα λύσουν αυτά το πρόβλημα της οικολογικής καταστροφής της Γης! Με το παραπάνω εννοώ πως η φράση «έκανα και εγώ το χρέος μου για την οικολογική καταστροφή, πήγα στο Σύνταγμα», πέρα από το ότι δεν προσφέρει κάτι στην αντιμετώπιση των οικολογικών προβλημάτων, δημιουργεί άλλοθι για τον καθένα ως προς τη στάση που πρέπει να κρατήσει απέναντι στους υπαίτιους για την πρόκληση του προβλήματος και προκρίνει σαν τρόπο αντιμετώπισης τη λογική του εθελοντισμού. Συχνά, ακούγεται, άλλωστε, η άποψη πως όλοι πρέπει να συμβάλουμε στην αποκατάσταση της περιοχής με «κάθε» τρόπο. [ήδη συζητείται να ανοίξει ένας λογαριασμός από το ΥΠ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. για να καταθέτουν χρήματα όσοι ενδιαφέρονται για τα έργα αποκατάστασης στην Πάρνηθα]
Παραμερίζοντας το ζήτημα της συγκέντρωσης, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η στάση των κομμάτων της «επίσημης» αριστεράς ήταν αντιφατική. Το ΚΚΕ, εξαιρετικά αμήχανο, κατάφερε να ψελλίσει ότι φταίει το Κεφάλαιο, η ΕΕ και το ΝΑΤΟ που καταστρέφουν το περιβάλλον! Από την άλλη, ο «εναλλακτικός» ΣΥΝ και ο ΣΥΡΙΖΑ, γνωστοί για τις οικολογικές τους ευαισθησίες, απαιτούσαν «να γίνει η Πάρνηθα και το Πήλιο όπως ήταν», χωρίς καμία πολεμική απέναντι στους υπαίτιους (όχι φυσικά τους φυσικούς) για την πρόκληση της πυρκαγιάς και χωρίς πρόταση για το πώς μπορούν να γίνουν η Πάρνηθα και το Πήλιο όπως ήταν πριν.
Την πλέον αμήχανη στάση, όμως, κράτησε η Ριζοσπαστική Αριστερά, η οποία εγκλωβισμένη στο μικρόκοσμό της θεώρησε ασήμαντο το ζήτημα. Πρέπει η ΡΑ να «βγει επιτέλους από το καβούκι της». Είναι επιτακτική ανάγκη να τοποθετηθούμε για την οικολογική καταστροφή που πραγματοποιείται στα πλαίσια της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Ας ανοίξουμε αποφασιστικά τα ζητήματα για τις προθέσεις και τις ευθύνες του κεφαλαίου για την οικολογική καταστροφή, για την καταπάτηση των ελεύθερων χώρων (παραλιών, δασικών και μη εκτάσεων) με στόχο τη βιομηχανική, εμπορική και τουριστική ανάπτυξη στα πλαίσια της κερδοφορίας του κεφαλαίου και για τα κέρδη των κατασκευαστικών εταιριών από τη διάνοιξη δρόμων και την κατασκευή εμπορικών κέντρων, ξενοδοχειακών ή ακόμη και βιομηχανικών (βλ. Ποικίλον Όρος) μονάδων. Η συνολική τοποθέτηση του μεγαλύτερου τμήματος της ΡΑ ενάντια στην Αναθεώρηση του Συντάγματος (συμπεριλαμβανομένου και του άρθρου 24, για τις δασικές εκτάσεις) είναι σημαντική, αλλά δεν αρκεί. Δεν αρκεί, επίσης, το ζήτημα να ανοίγει σε επίπεδο γειτονιάς, αλλά πρέπει να αναφέρεται και να τονίζεται σε κάθε ευκαιρία. Και μια τέτοια -δυστυχώς χαμένη- ευκαιρία, με όλες τις προβληματικές της, ήταν και η συγκέντρωση στο Σύνταγμα.
Πρέπει, όμως, από το πολιτικό σκέλος, θα πρέπει να τοποθετούμαστε με βάση και την επιστημονική ορθότητα σε σχέση με τη διαχείριση τέτοιων θεμάτων. Δεν είναι δυνατόν να ζητάμε αναδάσωση! Καταρχήν θα πρέπει να ζητάμε την πρόληψη αυτών των καταστάσεων. Η τεχνική των «προγραμματισμένων πυρκαγιών», η κατασκευή αντιπυρικών και αντιπλημμυρικών ζωνών, αλλά και η φύλαξη των δασικών εκτάσεων θα μπορούσαν να είναι κάποια από τα αιτήματα. Παράλληλα, τα ορθά και πάγια αιτήματα για: -καμία επέκταση των ορίων των αστικών κέντρων σε ελεύθερους χώρους (δασικές και μη εκτάσεις) και -κανένας αποχαρακτηρισμός δασικών εκτάσεων, δε θα πρέπει να παραλείπονται. Καθότι, όμως, βρισκόμαστε μετά την εκδήλωσης αυτής της πυρκαγιάς θα πρέπει να τοποθετούμαστε ενάντια σε κάθε τύπου αναδάσωση από εθελοντικές οργανώσεις ή κρατικούς φορείς και γενικά σε οποιαδήποτε ανθρωπογενή παρέμβαση στις καμένες εκτάσεις. Να μην πλησιάσει κανείς στην περιοχή ώστε να εξελιχθεί ομαλά η φυσική πορεία της ανάκαμψης των καμένων οικοσυστημάτων. Μόνο έτσι μπορεί το οικοσύστημα της Πάρνηθας να επιβιώσει και να μην καταρρεύσει.


Comment